Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

"ΘΑ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΩ!"

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΝΟΥΑΡ


Μικρή εισαγωγή στο είδος του νουάρ

                ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΝΟΥΑΡ

Το noir αφήγημα, ή Hardboiled crime fiction σύμφωνα με την αγγλοσαξωνική ορολογία, είναι υποκατηγορία της αστυνομικής φιλολογίας, που διακρίνεται για τα στοιχεία βίας και σεξ που περιέχει σε μεγαλύτερες δόσεις και πιο ρεαλιστικές περιγραφές από αφηγήματα της κλασικής αστυνομικής φιλολογίας.
Σύμφωνα με κάποιους πιο απλοποιημένους ορισμούς οι πλοκές του είδους περιστρέφονται γύρω από ένα έγκλημα (που έχει τελεστεί ή πρόκειται να τελεστεί) του οποίου ο δράστης είναι εξ αρχής γνωστός (άρα δεν έχει το στοιχείο του μυστηρίου ως προς την ταυτότητά του, που υποτίθεται ότι χαρακτηρίζει ένα αστυνομικό διήγημα κλασικής φόρμας). Στην υπόθεση πρωταγωνιστεί ένας ντετέκτιβ και συνήθως μια μοιραία γυναίκα στα αισθησιακά θηλυκά πρότυπα των δεκαετιών του ’30 και του ’40. Οι παραλλαγές στη σχέση ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πρωταγωνιστές ορίζει και την πλοκή.
Ωστόσο, επειδή κανένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά του είδους δεν είναι θεσμοθετημένος κανόνας, τίποτα δεν εμποδίζει τους συγγραφείς του είδους να συνθέτουν τη συνταγή τους με δόσεις που οι ίδιοι αποφασίζουν, φτάνει μόνο να διατηρούν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει το είδος. Τους επιτρέπεται ακόμα και να μπουν στα χωράφια της κλασικής φιλολογίας και να ντύνουν την αφήγησή τους με πιο σύνθετα ψυχογραφήματα των ηρώων τους, πρακτική που το παραδοσιακό είδος της γενικά λαϊκής λογοτεχνίας (ή παραλογοτεχνίας, αν θέλετε) αποφεύγει, ρίχνοντας το κύριο βάρος στην αφήγηση της δράσης.
Το είδος αναπτύχθηκε αρχικά στις ΗΠΑ στα μέσα της δεκαετίας του ’20 στα λεγόμενα περιοδικά του πολτού (pulp magazines) και ειδικότερα στο περίφημο λαϊκό περιοδικό Black Mask, που πρώτο χρησιμοποίησε και τον όρο ‘‘Hardboiled’’ για να ορίσει το είδος, με έννοια που αναφέρεται για το πολύ βρασμένο αβγό, αλλά στην κάπως αργκό φρασεολογία αυτών των περιοδικών σημαίνει ‘‘σκληρός’’. Αρχικά δεν αφορούσε μόνο στις αστυνομικές νουβέλες αυτού του είδους, μα συμπεριελάμβανε κάθε είδους περιπετειώδες ανάγνωσμα που χαρακτηριζόταν για σκληρές περιγραφές και βία είτε επρόκειτο για αστυνομικό, γουέστερν, κατασκοπικό κλπ ακόμα και αθλητικό. Η αποκλειστική αναφορά του στα αστυνομικά αφηγήματα τοποθετείται κάπου στις αρχές της δεκαετίας το ’30, χωρίς πάντως τούτο να μπορεί να ειπωθεί με ακρίβεια. Προοδευτικά οi όροi ‘‘Hardboiled’’ και ‘‘Pulp Fiction’’ ταυτίστηκαν στο να σημαίνουν και οι δυο το είδος αυτό της αστυνομικής παραλογοτεχνίας.
Πρωτοπόρος του είδους υπήρξε ο Κάρολλ Τζων Ντάλυ στα μέσα της δεκαετίας του ’20, το έκανε δημοφιλές  ο Ντάσιελ Χάμμεττ (Σαμ Σπέιντ) και ο Ράιμοντ Τσάντλερ (Φίλιπ Μάρλοου) το εξωράισε στα τέλη της δεκαετίας του ’30. Από τους αμέτρητους συγγραφείς που ασχολήθηκαν στις ΗΠΑ με το είδος στις δυο επόμενες δεκαετίες ξεχωρίζουν για την παγκόσμια διάδοση του έργου τους ο Μίκυ Σπίλεϊν, ο Έντγκαρ Ουάλλας, ο Πήτερ Τσένεϋ (Λέμμυ Κώσιον) και η ομάδα συγγραφέων κάτω από το κοινό ψευδώνυμο ‘‘ Έλερυ Κουήν’’.
Οι ‘‘σκληροί’’ ντετέκτιβ σε αυτό το είδος -επώνυμοι, ή ανώνυμοι- είναι πανομοιότυποι: δεν ασχολούνται μόνο για τη διαλεύκανση ενός εγκλήματος, όπως οι ‘‘σοφτ’’ συνάδελφοί τους όπως π.χ. ο Ηρακλής Πουαρό ή η μις Μαρπλ της Αγκάθα Κρίστι, ο επιθεωρητής Μαιγκρέ του Ζορζ Σιμενόν, ο Μπέκας του Γιάννη Μαρή. Αντιμετωπίζουν κινδύνους, μετέρχονται βία, δεν διστάζουν να πυροβολήσουν. Σαν χαρακτήρες σκιαγραφούνται από τους ‘‘γεννήτορές’’ τους με μια σκληρή διάθεση απέναντι στον αντίπαλο: αν θέλει καυγά, θα τον έχει. Είναι ψύχραιμοι, αλαζονικοί και είρωνες, γιατί όχι και επιπόλαιοι.
Στην Ευρώπη, που το είδος έχει μια υφή πιο κουλτουρέ, έχει επηρεαστεί από τη γαλλική σχολή του Μορίς Λεμπλάν (Αρσέν Λουπέν), του Γκαστόν Λερού των Μαρσελ Αλλαίν και Πιέρ Σουβέστρ (Φαντομάς) κλπ και για αυτό έχει επικρατήσει ο γαλλικός όρος ‘‘νουάρ’’ (μαύρος) από το σκοτεινό περιβάλλον στο οποίο κινούνται οι ήρωες. Ο ιταλικός όρος ‘‘τζάλλο’’ (κίτρινος) είναι πολύ μεταγενέστερος, πολύ πιο πλατύς και το νουάρ είναι απλώς μια από τις κατηγορίες του.

Το παρακάτω σύντομο διήγημα εντάσσεται στην κατηγορία των νουάρ, γιατί περιέχει τα ατμοσφαιρικά εκείνα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το είδος, έστω και αν οι χαρακτήρες τους δεν είναι ολότελα αντιπροσωπευτικοί νουάρ σε πρώτη ανάγνωση.
Είναι ένα από τα διηγήματα της συλλογής «Σε στυλ νουάρ» που αποτελείται από μονοσέλιδα αστυνομικά διηγήματα τα οποία γράφτηκαν μεταξύ 1985 και 1989 για το περιοδικό «Και».
Η μεταγενέστερη αναθεώρησή τους είχε να κάνει μόνο με την επέκτασή τους σε μέγεθος περίπου διπλάσιο, όταν η συλλογή επιμελήθηκε για να εκδοθεί σε βιβλίο. Παραμένει ακόμα ανέκδοτη.
Για το εξώφυλλο του διηγήματος χρησιμοποιήθηκε εικονογράφηση εξωφύλλου αμερικανικού παλπ της δεκαετίας του ’40.



 
                    «ΘΑ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΩ!»
Ο Ρον Ντάγκλας σήκωσε το κεφάλι του από τις στοίβες χαρτιά που ήταν σωριασμένα ακατάστατα πάνω στο γραφείο του. Ολόκληρο το οπτικό του πεδίο, τού το έκρυβε ο όγκος ενός ανθρώπου, που στεκόταν όρθιος μπροστά του. Ο χαρακτηρισμός ευτραφής τού ταίριαζε περισσότερο από το να τον πεις απλώς γεροδεμένο.
   Ο Ντάγκλας τον παρατήρησε προσεκτικά.
   Ο τύπος μπροστά του φορούσε ένα κουρασμένο παλιομοδίτικο κουστούμι από γκρι φτηνό ύφασμα. Ήταν φανερό πως είχε φτιαχτεί αρκετά χρόνια πριν, όταν ο κάτοχός του προφανώς μετρούσε αρκετά κιλά λιγότερα. Ο ρόλος της φαρδιάς παρδαλής γραβάτας με χαλαρό κόμπο στο ανοιχτό κουμπί του λαιμού ήταν ασφαλώς για να κρύβει τα τσιτωμένα κουμπιά στις δυο κουμπότρυπες στο σχεδόν σφαιρικό στομάχι του.
   Δεν ήταν και ό,τι το ωραιότερο σε εμφάνιση ο άντρας μπροστά του. Ωστόσο, κάτι του έλεγε ότι ο άντρας αυτός, παρά την ασουλούπωτη εμφάνισή του, έκρυβε μέσα του έναν αδιόρατο κίνδυνο.
   Οι αισθήσεις του Ρον Ντάγκλας τέθηκαν σε συναγερμό ετοιμότητας.
   Το διακριτικό σήμα του ομοσπονδιακού αστυνομικού στη δίπτυχη ταυτότητα που ο ογκώδης άντρας του είχε κολλήσει λίγα εκατοστά μπροστά από τη μύτη, τράβηξε αναγκαστικά την προσοχή του.
   Το βλέμμα του ερωτηματικό διασταυρώθηκε με αυτό του βλοσυρού αστυνόμου με τα τετράγωνα χαρακτηριστικά, τα ροδαλά μάγουλα και τα ξανθά κοντοκομμένα όρθια σαν βούρτσα μαλλιά.
   Με αργές κινήσεις ο Ντάγκλας έβγαλε τα γυαλιά του και προσπάθησε να δείχνει όσο πιο απορημένος μπορούσε.
   Στην πραγματικότητα την περίμενε αυτήν την επίσκεψη και μάλιστα αρκετά νωρίτερα. Για αυτό το πρωί, πριν φύγει από το μικρό εργένικο διαμέρισμά του, είχε δοκιμάσει μπροστά στον καθρέφτη αρκετές εκφράσεις που να δείχνουν απορία.
   Έφυγε για τη δουλειά του, αφού πρώτα είχε βεβαιωθεί πως είχε διαλέξει την πιο κατάλληλη έκφραση για την περίσταση.
   «Υπαστυνόμος Μπόρις Μπρζίνσκι» συστήθηκε ο ευτραφής άντρας και κάθισε  στην καρέκλα απέναντι από τον Ντάγκλας, χωρίς να του ζητήσει την άδεια να το κάνει. Η τυπική ευγένεια δεν θα ήταν ανάμεσα στα προσόντα που τον προώθησαν στην ιεραρχία του Σώματος.
   Η προφορά του δεν ξεχώριζε από αυτή ενός γνήσιου Νεοϋροκέζου. Ο λόγος του, όμως ήταν κάπως αργός μακρόσυρτος και φωνή του βαριά, ανάλογη με τα κιλά του. Πρόδιδε πάντως άνθρωπο που ήταν σίγουρος για τον εαυτό του και έδειχνε να έχει διαλέξει τις λέξεις του από πριν διατυπώσει την πρότασή του.
   Η βεβαιότητα του Ντάγκλας ότι ο άνθρωπος αυτός σαν σου βρεθεί αντίπαλος θα είναι εξαιρετικά επικίνδυνος, ενισχύθηκε.
   «Σίγουρα, θα είναι κάποιος Πολωνός μετανάστης δεύτερης γενιάς, που το αστυνομικό σώμα είναι για αυτούς ιδεώδης λύση για καριέρα με το στοιχείο της εξουσίας να την καταξιώνει…» σκέφτηκε ο Ντάγκλας.
   «Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος, υπαστυνόμε;» ρώτησε φροντίζοντας να διατηρήσει την απορημένη έκφραση στο πρόσωπό του.
   Ακόμα και την ερώτηση, αυτήν την τόσο απλή και κοινότυπη ερώτηση, την είχε δοκιμάσει δεκάδες φορές μπροστά στον καθρέφτη διαλέγοντας με προσοχή τον τονισμό της.
   Ο υπαστυνόμος Μπόρις Μπρζίνσκι βύθισε σιωπηλός το βλέμμα των γαλάζιων ξεπλυμένων ματιών του στα μάτια του  Ντάγκλας. Έδειχνε ότι επεδίωκε να πάρει τις πρώτες πληροφορίες του από τις εσωτερικές αντιδράσεις, που πάντα καθρεφτίζονται με ακρίβεια στο βλέμμα του άλλου, όταν μάλιστα ο άλλος απροετοίμαστος δεν έχει ακόμα οργανώσει την άμυνά του.
   Για έναν έμπειρο αστυνομικό τούτο είναι πάντα η πρώτη αδιάψευστη κατάθεση. Και ο Μπρζίνσκι έδειχνε, το δίχως άλλο, έμπειρος και μάλλον ένθερμος οπαδός του αστυνομικού δόγματος, πως η ανάκριση αρχίζει με την προϋπόθεση ότι όλοι είναι ένοχοι μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.
   Τίποτα καλό δεν προμήνυε η παρατεταμένη σιωπή του υπαστυνόμου στην ερώτηση του Ντάγκλας.
   Ξαναρώτησε.
   «Λοιπόν, κύριε υπαστυνόμε;»
   Άκουσε τη φωνή του να σιγοτρέμει…
   «Τι διάολο! Θα πρέπει να είναι φυσιολογική μια τέτοια αντίδραση…» δικαιολόγησε ενδόμυχα την κοντή ανάσα του και το ελαφρό λαχάνιασμα στη φωνή του. «Έχω απέναντί μου έναν μπάτσο που με κοιτάζει και δεν μου λέει τι με θέλει!… Τι θα έπρεπε να χαμογελάω ηλίθια;» συνέχισε τη σκέψη του.
   Μη θέλοντας να προδώσει περισσότερο με το βλέμμα του τις αντιδράσεις του, φόρεσε πάλι τα γυαλιά του κι έστρεψε την προσοχή του στο μολύβι, που εδώ και αρκετή ώρα το στριφογύριζε στα δάχτυλά του με προσποιητή αμηχανία.
   «Υποθέτω, πως θα αγνοείτε για ποιον λόγο είμαι εδώ…» αποφάσισε να σπάσει τη σιωπή του ο Μπόρις Μπρζίνσκι.
   «Σας βεβαιώνω, πως έτσι είναι… Δεν σας κρύβω, ωστόσο, ότι η παρουσία σας εδώ με ανησυχεί…»

O Μπρζίνσκι έδειχνε να πιστεύει
στο ανακριτικό δόγμα,
ότι όλοι είναι ένοχοι
μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου

   Ο Ρον Ντάγκλας είχε διαλέξει με προσοχή μια-μια τις λέξεις, πριν τις προφέρει αργά. Θα έπρεπε να εκφράζουν την αγωνία του και την άγνοιά του. Για το πρώτο δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει. Του έβγαινε φυσιολογικά.
   Άγνοια, όμως  δεν είχε. Ήξερε και ήξερε μάλιστα πολύ καλά για ποιον λόγο είχε δεχτεί την επίσκεψη του υπαστυνόμου.
   Μετά από μια μικρή παύση λίγο θεατρική για τις εντυπώσεις, λίγο αναγκαία για γεμίσει τα πνευμόνια του με καινούργιο αέρα, συμπλήρωσε χαμογελώντας βιασμένα.
   «Δεν μου ‘χει τύχει υπηρεσιακή επίσκεψη αστυνόμου και να ‘ναι για καλό!»
   Ο υπαστυνόμος Μπρζίνσκι του ανταπόδωσε το χαμόγελο. Στην πραγματικότητα ήταν μια στρυφνή στιγμιαία γκριμάτσα, που έδειχνε καθαρά ότι δεν επιδοκίμαζε το χιούμορ του συνομιλητή του σε ώρα υπηρεσίας. Περισσότερο επιβεβαίωνε για μια ακόμα φορά τους φόβους του Ντάγκλας.
   «Πράγματι, κύριε Ντάγκλας, δεν πρόκειται για καλό…»
   Έκανε μια μικρή παύση… Ήταν φανερό ότι έψαχνε να ταιριάξει τις λέξεις που έπρεπε να πει. Ή μήπως συνέχιζε εκείνο το εκνευριστικό ψυχολογικό κρυφτούλι με τον υποψήφιο ύποπτο;
   Ο Ρον Ντάγκλας ήταν σίγουρος ότι επρόκειτο για το δεύτερο. Οι αστυνόμοι, ο Ντάγκλας το ήξερε πολύ καλά, είχαν έτοιμα υπηρεσιακά κλισέ για να αναγγέλλουν και το πιο δυσάρεστο πράγμα στον κόσμο για να μην κοπιάζουν να ψάχνουν να βρουν τις κατάλληλες λέξεις και φράσεις για κάθε περίπτωση χωριστά. Για αυτό και μόνο τον λόγο ήταν σίγουρος, ότι επρόκειτο για μέρος του σχεδίου ‘‘Ψυχολογικός Πόλεμος’’.
   Τελικά, ο υπαστυνόμος αποφάσισε να το πει μια και καλή. Χωρίς περιστροφές. Υπηρεσιακά.
   «Κύριε Ντάγκλας η αδελφή σας, η Σύνθια Μάρτιν, βρέθηκε δολοφονημένη στο διαμέρισμά της σήμερα το πρωί. Την βρήκε η γυναίκα που της κάνει την καθαριότητα…»
   Το ξάφνιασμα του Ντάγκλας δεν είχε τίποτα το μελοδραματικό. Αντίθετα, έδειχνε σαν να άκουσε για τον φόνο κάποιου άγνωστου και αδιάφορου σε αυτόν.
   Ένας που θα ήξερε τις σχέσεις των δύο αδελφιών, θα θωρούσε πολύ φυσιολογική την αντίδραση του Ρον Ντάγκλας στο άκουσμα της αναπάντεχης είδησης, ότι η αδελφή του δολοφονήθηκε.
   «Η αδελφή μου η Σύνθια βρέθηκε δολοφονημένη; Έπρεπε να το περιμένω! Είχε πολλούς εχθρούς και σίγουρα μια μέρα έτσι θα κατέληγε!… Πώς την σκότωσαν, υπαστυνόμε;»
   «Της σύντριψαν το κρανίο, μάλλον με σιδερολοστό ή κάτι παρόμοιο. Δεν φαίνεται να υπήρχε κίνητρο ληστείας, ή να προηγήθηκε καυγάς με γνωστό της πρόσωπο. Μάλλον, ο δολοφόνος της την περίμενε κρυμμένος στο διαμέρισμά της επί τούτοις. Να τη σκοτώσει εν ψυχρώ!.. Θα είχε κάποιους στο περιβάλλον της, που όπως είπατε κι εσείς, θα την μισούσαν θανάσιμα….»
   Τόνισε ιδιαίτερα την τελευταία του φράση, πράγμα που δεν πέρασε απαρατήρητο από τον Ντάγκλας.
   «Είπατε, κύριε υπαστυνόμε, ότι την περίμενε… Πώς μπήκε; Η αδελφή μου δεν διέκρινε ίχνη παραβίασης στην πόρτα της; Πώς φθάσατε στο συμπέρασμα ότι την περίμενε και δεν του είχε ανοίξει η ίδια αναγνωρίζοντας πιθανώς κάποιον γνωστό της, αλλά αγνοώντας τις προθέσεις του;»
   «Βρέθηκε βίαια παραβιασμένη η πόρτα της κουζίνας που βλέπει στην πίσω σκάλα κινδύνου…» απάντησε ήρεμα ο υπαστυνόμος. «Ίσως, όμως και να έχετε δίκιο… Να του άνοιξε η ίδια και μετά τον φόνο ο δολοφόνος της να διέρρηξε την πόρτα στη σκάλα του κινδύνου για να θολώσει τα νερά…»
   Ενώ ο Μπόρις Μπρζίνσκι άναβε τσιγάρο, ο Ρον Ντάγκλας έπιασε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια και έμεινε σε μια στάση σιωπηρής περισυλλογής. Μια στάση που του είχε φανεί πειστικά δικαιολογημένη για την περίσταση και την είχε προβάρει κι αυτή το πρωί.
   «Πώς και δεν το είχατε ήδη πληροφορηθεί, κύριε Ντάγκλας;»
   Ο τόνος στη φωνή του υπαστυνόμου ακούστηκε ελαφρά ειρωνικός. Ή έτσι του φάνηκε;
   «Από ποιον να το πληροφορηθώ; Είχε κρατήσει το όνομα του πρώην άντρα της και προφανώς κανένας γνωστός μου από όσους θα το έμαθαν, θα ήξερε ότι ήμουν αδελφός της. Ξέρετε, δεν μιλούσα ποτέ για αυτήν. Ούτε αυτή για μένα.»
   «Το είπαν στις πρωινές ειδήσεις…»
   «Δεν ακούω ποτέ πρωινές ειδήσεις… Αν ωστόσο ήξερα ότι θα μετέδιδαν μια τόσο συνταρακτική είδηση, ίσως να έκανα μιαν εξαίρεση σήμερα… Αλήθεια, εσείς πώς με εντοπίσατε;»
   «Από την ασφαλιστική της εταιρεία. Είχαν και τα δικά σας στοιχεία. Ξέρετε, πάντα κρατούν και τα στοιχεία των πλησιέστερων συγγενών των ασφαλισμένων…»
   Μολονότι, πρακτικά θα ήταν απίθανο η Σύνθια να τον είχε ορίσει κληρονόμο της, ο Ρον δεν είχε κανένα λόγο να μην πιστέψει τον υπαστυνόμο, πως με αυτό τον τρόπο θα το είχαν εντοπίσει.
   «Σας αφήνει τίποτα, κύριε Ντάγκλας;»
   «Ναι. Τις χειρότερες των αναμνήσεων ότι υπήρξε κάποτε αδελφή μου!…»
   «Περιουσιακά, εννοώ, κύριε Ντάγκλας!» έκανε στρυφνά ο αστυνομικός, που δεν φαίνεται να εκτιμά ούτε το χιούμορ εν ώρα υπηρεσίας, ούτε τα σχόλια του Ντάγκλας που έχουν να κάνουν στις σχέσεις του με τη Σύνθια Μάρτιν· την αδελφή του.
    «Από όσο ξέρω, έχει γράψει ολόκληρη την περιουσία της σε ένα ίδρυμα…»
   Ο υπαστυνόμος έσβησε τη γόπα του τσιγάρου του στο τασάκι κ άφησε τον Ρον Ντάγκλας στην περισυλλογή του. Απλώς τον παρακολουθούσε σιωπηλός χτυπώντας ρυθμικά τα δάχτυλα του χεριού του στο τραπέζι.

   Για αρκετές μέρες ο Ρον Ντάγκλας παραμόνευε κρυμμένος στη γωνιά του δρόμου απέναντι από την κατοικία της αδελφής του περιμένοντας με υπομονή να την δει να φεύγει κάποια μέρα αργά το απόγευμα.
   Επιτέλους, η ευκαιρία που περίμενε του στάθηκε την προηγούμενη μέρα.
   Είχε σουρουπώσει για τα καλά, όταν την είδε να βγαίνει από την είσοδο της πολυκατοικίας της, να μπαίνει στο αυτοκίνητό της και να φεύγει. Το δίχως άλλο, δεν θα επέστρεφε πριν η νύχτα θα ήταν προχωρημένη και το σκοτάδι θα κάλυπτε τα πάντα.
   Περίμενε λίγο να βεβαιωθεί ότι δεν θα επέστρεφε αμέσως έχοντας ίσως κάτι ξεχάσει και με την καρδιά του να χτυπά δυνατά για αυτό που ήταν αποφασισμένος να κάνει.
   Ναι, ήταν αυτός που το προηγούμενο βράδυ αφού πρώτα διέρρηξε το διαμέρισμα της αδελφής του από την πόρτα στη σκάλα κινδύνου χρησιμοποιώντας σαν μοχλό τον βαρύ σιδερένιο λοστό που είχε φέρει μαζί του, την περίμενε στο σκοτάδι για να της ανοίξει μετά και το κεφάλι με τον ίδιο λοστό.
   Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Δεν τον αντιλήφθηκε, που αθόρυβα βρέθηκε πίσω της και στο αμυδρό φωτισμό απ’ έξω, ζύγιασε το βαρύ σίδερο πάνω από το κεφάλι της και της κατάφερε ένα τρομακτικό σε δύναμη χτύπημα στην κορυφή του κρανίου της.
   Πρώτα ακούστηκε ο ανατριχιαστικός κρότος από το σίδερο που θρυμμάτιζε θανατηφόρα το κόκαλο και σχεδόν ταυτόχρονα ο πνιχτός γδούπος του κορμιού της στη μοκέτα του πατώματος. Ούτε άχνα δεν είχε προλάβει να βγάλει. 
   Έμεινε ασάλευτος στο σκοτάδι κρατώντας την αναπνοή του. Ήθελε να βεβαιωθεί πως όλα είχαν τελειώσει με την πρώτη. Πως δεν θα του χρειαζόταν και χαριστική βολή. Ίσως, δεν θα είχε καν το κουράγιο να το κάνει. Ήθελε ακόμα να δώσει στον εαυτό του μερικά δευτερόλεπτα να εξοικειωθεί στην ιδέα του φονικού που είχε διαπράξει.
   Ανάβοντας το φως, το θέαμα του άψυχου πεσμένου κορμιού μπρούμυτα στο πάτωμα με μια λίμνη αίματος γύρω από το συντριμμένο κρανίο, του έσφιξε το στομάχι. Μπορεί να μισούσε τη Σύνθια όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο, αλλά όπως και να είχε το να σκοτώσεις άνθρωπο εν ψυχρώ ήταν μια τρομακτική εμπειρία.
   Η Σύνθια του είχε υποσχεθεί να τον καταστρέψει, να τον αφανίσει και έως έναν βαθμό είχε κρατήσει την υπόσχεσή της με προοπτικές να την ολοκλήρωνε, αν την άφηνε να ζήσει.
   Είχε υποσχεθεί κι αυτός με τη σειρά του να τη σκοτώσει. Το είχε υποσχεθεί στον εαυτό του και ποτέ φωναχτά. Τότε, τι διάολο τον υποπτευόταν ο χοντρό-Πολωνός, ή η επίσκεψή του ήταν απλώς μια τυπική επίσκεψη να τον ενημερώσει για τη δολοφονία της αδελφής του και να του ζητήσει μια κατάθεση που ίσως θα μπορούσε να βοηθήσει στη διαλεύκανση του εγκλήματος.
   Η Σύνθια και ο Ρον δεν είχαν ποτέ καλές σχέσεις μεταξύ τους. Ούτε από τότε που ήτανε παιδιά. Όντας αρκετά χρόνια μικρότερός της, συγκέντρωνε όλη τη φροντίδα και την αγάπη του στερνοπαιδιού της οικογένειας βάζοντας στο περιθώριο την έως τότε επίκεντρο του οικογενειακού ενδιαφέροντος Σύνθια.

Δεν τον αντιλήφθηκε…
Ζύγιασε το βαρύ σίδερο
πάνω από το κεφάλι της…”

   Μια απόπειρά της μάλιστα να τον βγάλει από την μέση προκαλώντας του ασφυξία με το μαξιλάρι την ώρα που κοιμόταν, είχε θεωρηθεί από τους γονείς τους σαν ένα άδολο, μα επικίνδυνο ωστόσο παιδικό κάμωμα και για το οποίο είχε τιμωρηθεί αρκετά αυστηρά. Αλλά συνέχεια άλλη δεν είχε δοθεί.
   Από την περιουσία που τους άφησαν οι γονείς τους πεθαίνοντας ο Ρον λίγα είχε ακόμα στην κατοχή του. Με εκβιασμούς,  πλαστογραφήσεις και δικαστικές διεκδικήσεις τα περισσότερα από όσα του ανήκαν είχαν περάσει στα χέρια της άπληστης αδελφής του, που αποζητούσε την πλήρη εκμηδένισή του, όχι για άλλον λόγο παρά από απύθμενο μίσος. Η σχέση τους ήταν αμοιβαία σχέση μίσους εδώ και πολλά χρόνια.
   Αποφεύγοντας να βλέπει το πεσμένο κορμί, που θέα του τού έφερνε ναυτία, σκούπισε με το μαντήλι του όσο μπορούσε καλύτερα τον ματωμένο λοστό και τον έκρυψε μέσα στην καμπαρτίνα του με την προοπτική να απαλλαγεί από αυτόν πετώντας τον κάπου μακριά.
   Έκλεισε την πόρτα πίσω του κι έφυγε.
   Ένοιωθε ψύχραιμος και το σπουδαιότερο, απελευθερωμένος.
   Πήρε το μετρό κι επέστρεψε σπίτι του αφού προηγουμένως είχε πετάξει τον φονικό λοστό σε έναν δημοτικό κάδο ανακύκλωσης μεταλλικών αντικειμένων κάπου μακριά από την ευθεία μεταξύ του σπιτιού του και της αδελφής του.
   Άνοιξε την τηλεόραση στο κανάλι του βίντεο και κάθισε να δει την ταινία που είχε προγραμματίσει να γράψει στη διάρκεια της απουσίας του. Έπρεπε να τη δει προσεκτικά. Ήταν το άλλοθί του στην περίπτωση όπου η αστυνομία θα τον υποπτευόταν. Αφού την είδε, την έσβησε από την κασέτα. Δεν θα έπρεπε να υπάρχει.
   Το ότι η επομένη μέρα δεν θα του πήγαινε καλά το κατάλαβε όταν βγαίνοντας από το σπίτι του, ένας απρόσεκτος οδηγός τον πιτσίλισε άσχημα λερώνοντας με λασπονέρια την καμπαρτίνα του.
   Αφού είδε ότι με τις βλαστήμιες δεν επρόκειτο να καθαρίσει, αποφάσισε να την αφήσει στο κοντινό καθαριστήριο πριν πάρει το μετρό για το γραφείο του.

   «Τι σκέφτεστε, κύριε Ντάγκλας;» τον έφερε στην πραγματικότητα η φωνή του υπαστυνόμου… «Δεν δείχνετε να σας στενοχωρεί η δολοφονία της αδελφής σας… Αντίθετα, θα έλεγε κανένας ότι μάλλον δείχνετε… πώς να το πω; …Ανακουφισμένος!»
   Η αντίδρασή του ήταν φυσιολογική και όχι προμελετημένη.
   «Μα τι λέτε, κύριε υπαστυνόμε!… Είναι δυνατό; Είναι γνωστό και δεν προσπάθησα να το κρύψω ότι οι σχέσεις μας ήταν κάτι περισσότερο από εχθρικές. Σε καμιά περίπτωση δεν λέω ότι με ευχαριστεί…. Ότι με ανακούφισε, όπως ισχυρίζεστε, ο θάνατός της. Οπωσδήποτε, όμως, θα ήταν και υποκρισία να δείξω ότι μου κόστισε…. Αναλογιζόμουν ψάχνοντας να θυμηθώ κάποια καλή στιγμή μαζί της… Θα το πιστέψετε;»
   «Όχι!»
   «Σίγουρα, όμως, θα πάω στην κηδεία της… Υποπτεύεστε κανέναν;»
   «Βασικά, εσάς!» του δήλωσε χωρίς περιστροφές ο αστυνομικός κοιτάζοντας επίμονα στα μάτια για να δει την αντίδραση που περίμενε.
   Ο Ντάγκλας τον απογοήτευσε. Δεν έδειξε καμιά αντίδραση τέτοια που θα έφερνε τις χειροπέδες πιο κοντά στα χέρια του. Έδειχνε να παραμένει ήσυχος κι ατάραχος για τον εαυτό του. Ωστόσο, ένα παγωμένο ρίγος διέτρεξε τη σπονδυλική του στήλη.
   «Υποθέτω, λοιπόν, πως ό,τι πω από εδώ και πέρα θα χρησιμοποιηθεί σε βάρος μου. Έτσι;»
   «Ακριβώς!… Μπορείτε να καλέσετε τον δικηγόρο σας…»
   «Δεν θα τον χρειαστώ… Τουλάχιστον προς το παρόν, ελπίζω… Είμαι στη διάθεσή σας…»
   «Καλώς…»
   Ο Μπρζίνσκι έβγαλε από την τσέπη του ένα μπλοκ και ένα στυλό.
   «…Ας αρχίσουμε από τα κλασικά… Τι άλλοθι έχετε;»
   «Θα σας απογοητεύσω… Δεν έχω απολύτως κανένα! Βλέπετε, δεν μπορούσα να προβλέψω, ώστε να φρόντιζα να έχω..»
   «Έστω… Τι κάνατε χτες το βράδυ μεταξύ 9 και 11;»
   Ο Ντάγκλας καμώθηκε, ότι προσπαθούσε να θυμηθεί.
   «Τίποτα το ιδιαίτερο. Από όσο μπορώ να θυμηθώ είχα μείνει στο σπίτι, έβρεχε κιόλας κι έβλεπα τηλεόραση. Μετά τις ειδήσεις είχε ένα από τα αγαπημένα μου φιλμ νουάρ, που δεν ήθελα με κανένα τρόπο να το χάσω.. Το..»
   «Το πάθος κι αίμα!… Με τον Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ και την Λορίν Μπακόλ!.. Το νουάρ είναι και το δικό μου πάθος!…» τον διέκοψε ενθουσιασμένος ο Μπρζίνσκι. «…Κι εγώ το είδα! Μόνο που η κόπια ήταν πολύ κακή και κοβόταν συνεχώς…» συμπλήρωσε κατσούφικα.
   «Εκτιμώ τις προσπάθειές σας, υπαστυνόμε, να με παγιδέψετε. Αλλά το κόλπο είναι παλιό και φτηνό. Η ταινία δεν κόπηκε ούτε στιγμή!»
   «Σωστά!..» παραδέχτηκε ο αστυνομικός κι ο Ντάγκλας ένιωσε να κερδίζει στον πρώτο γύρο. «…Μόνο που το πάθος του αστυνομικού αινίγματος που αναζητιέται η λύση του, το έχουν κι άλλοι…» συμπλήρωσε ο Μπρζίνσκι, που δεν έδειξε να πτοείται από την πρόσκαιρη ήττα του.
   «Τι θέλετε, να πείτε;»
   Κάτι μέσα του τον προειδοποιούσε για επερχόμενο κίνδυνο κι ετοιμάστηκε για άμυνα. Από την αρχή είχε καταλάβει πως ο χοντρο-Πολωνός δεν θα ήταν εύκολος αντίπαλος.
   «Εννοώ κάποιον κύριο Ρέξαμ…»
   «Λυπάμαι, δεν τον ξέρω!»
   «Ίσως. Αλλά το πρωί αφήσατε στο καθαριστήριό του την καμπαρτίνα σας για να την καθαρίσει… Έτσι δεν είναι;»
   «Και τι σχέση έχει αυτό;»
   Ο Μπρζίνσκι έδειχνε πως άρχιζε να απολαμβάνει  τούτο το παιχνίδι που εξελισσόταν σε παιχνίδι γάτας με ποντίκι.
   «Έχει σχέση. Να, ξέρετε δα, τώρα πώς ψάχνουν αυτοί στα καθαριστήρια στις τσέπες των ρούχων που τους πάνε μην έχει ξεχαστεί κανένα χαρτί, κανένα σημείωμα, τίποτα χρήματα ή κάτι επικίνδυνο πριν τα βάλουν στο πλυντήριο. Καταλαβαίνετε…»
   «Λυπάμαι, αλλά συνεχίζω να μην καταλαβαίνω…»
   «Ο κύριος Ρέξαμ, λοιπόν κάνοντας αυτή τη συνηθισμένη ρουτίνα της δουλειάς του, βρήκε στη τσέπη της καμπαρτίνας σας ξεχασμένο ένα μαντήλι… Ένα ματωμένο μαντήλι που δεν έμοιαζε να έχει σκουπίσει ματωμένη μύτη…»
   Ο Ρον Ντάγκλας άρχισε να καταλαβαίνει. Οι πρώτες στάλες κρύου ιδρώτα άρχισαν να γυαλίζουν στο μέτωπό του. Ο υπαστυνόμος συνέχισε. Οι λέξεις του έμοιαζαν με συνεχείς βολές καταπέλτη που έβρισκαν στόχο.
   «…Είχε ακούσει και για κάποιο πτώμα με πολτοποιημένο κεφάλι και σαν καλός πολίτης, μας ειδοποίησε… Καταλαβαίνετε, βέβαια, πως για την υπηρεσία Σήμανσης τα πράγματα από δω και πέρα ήταν παιχνιδάκι. Ξέχωρα που η ομάδα αίματος έμοιαζε με αυτό της αδελφής σας βρέθηκαν και ίχνη σπασμένου κρανιακού οστού… Μοιραίο λάθος σας, κύριε Ντάγκλας, να σκουπίσετε τον λοστό με το μαντήλι σας, ποιος ξέρει γιατί και δικαιολογημένη, μοιραία ωστόσο και αυτή, η κίνηση να βάλετε το μαντήλι, αφηρημένος ίσως από τη σύγχυση, στην τσέπη σας και να το ξεχάσετε εκεί…»
   Ο Ρον Ντάγκλας είχε χλομιάσει.
   Ένιωθε την ίδια ακριβώς ναυτία με εκείνη όταν είχε αντικρίσει το σωριασμένο άψυχο κορμί της αδελφής του, δολοφονημένη από αυτόν τον ίδιο το προηγούμενο βράδυ.
   Στο μυαλό του αντήχησε καμπανιστά -σαν από το υπερπέραν -το γεμάτο κακία γέλιο της. Ξεχώρισε τη φωνή της μέσα στον ίλιγγό του. «Θα σε καταστρέψω, αδελφούλη μου! Θα σε καταστρέψω!»
   «Είστε ακόμα σίγουρος, πως δεν θέλετε δικηγόρο, κύριε Ντάγκλας;» του φάνηκε πως άκουσε απόμακρα και ειρωνικά του φωνή του υπαστυνόμου με τα τετράγωνα χαρακτηριστικά και το κουρασμένο παλιομοδίτικο κουστούμι. Του Μπόρις Μπρζίνσκι.
«Αναθεματισμένε, Πολωνέ!» είπε μέσα του, αλλά ήταν τελείως ανώφελο…

ΤΕΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου