Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Η Βαλκυρία και μια πριβέ παράσταση


 

"Η Βαλκυρία και μια πριβέ παράσταση" είναι μια από τις αδημοσίευτες νουβέλες του βιβλιοπεριοδικού "Τολμηρές ιστορίες από το Χόλιγουντ-2" που τελικά δεν εκδόθηκε. Είχε ετοιμαστεί ως δεύτερο τεύχος (Σεπτέμβριος 2009) της σειράς "Παραλογοτεχνίας Ανάγνωσμα", η οποία δεν προχώρησε. Ουσιαστικά και τυπικά για πρώτη φορά δημοσιεύεται εδώ.

Η πρωτότυπη ιστορία από την οποία έγινε η μετάφραση και η εκτεταμένη ελεύθερη απόδοση είχε τίτλο "Private Screening"  και προέρχεται από το αμερικανικό pulp περιοδικό " Saucy Movie" τεύχος Δεκεμβρίου του 1936.

Χωρίς να έχει ιδιαίτερα αισθησιακές περιγραφές, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αρκετά τολμηρή για την εποχή που είχε γραφεί. Η μεταφραστική προσαρμογή, αν και "εμπλουτισμένη" σε περιγραφές, ακολούθησε το πνεύμα της και παρέμεινε στα όρια του... 75χρονου πρωτοτύπου.

Οι τρεις επιχρωματισμένες εικόνες του κειμένου είναι από την πρωτότυπη νουβέλα.


  Ήταν η δεύτερη φορά στη ζωή του Ρόυ Πάρκερ, που μια γυναίκα τον αναστάτωσε τόσο πολύ από την πρώτη στιγμή σαν την είδε.

Η επιθυμία του να την έχει να στέκεται μπροστά του, χωρίς κάτι να κρύβει τη γύμνια του υπέροχου κορμιού της, τού είχε γίνει έμμονη ιδέα. Όσο αυτή αρνιόταν πεισματικά να υποκύψει, τόσο η ανεκπλήρωτη επιθυμία του γινόταν και πιο βασανιστική. Για να το πετύχει ζήτησε τη βοήθεια μιας άλλης γυναίκας. Της γυναίκας του! Εκείνης, δηλαδή, που πρώτη είχε αναστατώσει με την ίδια ένταση τις αισθήσεις του, όσο ποτέ καμιά άλλη γυναίκα πρωτύτερα.

 

  Η έμπνευση είχε πάρει, φαίνεται, διαζύγιο από τον Ρόυ Πάρκερ. Το καβαλέτο του είχε καιρό να φιλοξενήσει τελαρωμένο καμβά, οι τέμπερες ξεραίνονταν στα σωληνάριά τους, και το βάθρο, όπου πόζαραν τα μοντέλα είχε γεμίσει με ένα παχύ στρώμα σκόνης. Το ατελιέ του στο δώμα της μικρής πολυκατοικίας, έμοιαζε εγκαταλειμμένο.
  Κόντευε τον χρόνο, που το μόνο που είχε καταφέρει να σκιτσάρει ικανοποιητικά, ήταν ένα σχεδιάγραμμα. Κι αυτό δεν είχε να κάνει με την έμπνευση. Ήταν παραγγελία του φίλου του, του Τόνι Μπένσον. Τυπώθηκε στο πίσω μέρος της πρόσκλησης, με την οποία καλούσε στη  βίλα του φίλους και συνεργάτες να γιορτάσει μαζί τους την αργυρή επέτειο του γάμου του. Το δίχως άλλο κάποια μέρα, θα πουλιόταν σε δημοπρασία έργων με αστρονομικό ποσό, επειδή ο Ρόυ Πάρκερ είχε, ήδη, τη φήμη καταξιωμένου ζωγράφου και η υπογραφή του κάτω από κάθε τι, το τοποθετούσε ψηλά στο χρηματιστήριο των καλλιτεχνικών αξιών. Αλλά, αυτό λίγο τον ενδιέφερε.
  Η έμπνευσή του, η γαμημένη έμπνευση, όπως έλεγε την κινητήρια δύναμη του δημιουργικού του έργου, που τον εξουσίαζε πνευματικά, τον είχε εγκαταλείψει σαν άπιστη γυναίκα. Ένιωθε τον εαυτό του απατημένο σύζυγο τη στιγμή που είχε την ανάγκη να τον κυρίευε ολοκληρωτικά ίσαμε το τελευταίο κύτταρο του είναι του.
  Το συμβόλαιο που είχε υπογράψει ένα χρόνο πριν με τη πιο φημισμένη γκαλερί της Νέας Υόρκης, την ‘Χάμπτον εντ Χάρπερ’ στη καρδιά του Μπρόντγουαίυ, ανάφερε ρητά, πως σε τρεις μήνες από σήμερα θα έπρεπε να παρουσιάσει έκθεση από είκοσι καινούργια έργα του με θέμα τους, φυσικά, το αγαπημένο θέμα του Πάρκερ και για το οποίο είχε γίνει διάσημος: το γυναικείο γυμνό.
  Με τον Έλμερ Χάμπτον και τον Ντένις Χάρπερ δεν ήταν να παίζει κανένας. Είχαν τη δύναμη να εκτοξεύσουν τον καλλιτέχνη, είτε στα ουράνια της καταξίωσης, είτε να τον καταποντίσουν στα τάρταρα της απαξίωσης. Και ο Πάρκερ το ήξερε καλά ετούτο. Όμως, αυτή η γαμημένη η έμπνευσή του δεν εννοούσε να συμβιβαστεί με κάτι λιγότερο από μια Αφροδίτη της Μήλου, λόγου χάρη, με τις σημερινές πάντως προδιαγραφές αισθητικής και αισθησιακής τελειότητας. Για αυτό βρισκόταν στο πιο κάτω-κάτω σκαλοπάτι της απόγνωσης.
  Ο Ρόυ Πάρκερ είχε γίνει διάσημος στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Νέας Υόρκης για την άφθαστη αισθησιακή τελειότητα της αποτύπωσης στον καμβά του γυμνού γυναικείου κορμιού. Οι πιο διάσημες για το σεξ απήλ τους ντίβες του σινεμά και του θεάτρου, του είχαν ζητήσει να ποζάρουν για αυτόν με ολοφάνερη τη ματαιοδοξία, ότι η ομορφιά του κορμιού τους θα απαθανατιζόταν στους αιώνες με το πιο καλλιτεχνικό άλλοθι. Και ο Πάρκερ δεν τις διέψευδε. Τους έδινε αυτό που ήθελαν, χωρίς να επεμβαίνει διορθωτικά στις όποιες ατέλειές τους. Αντίθετα, τις αναδείκνυε. Ανακάλυπτε και αποθέωνε τον ερωτισμό τους με ένα μοναδικό, ξεχωριστό τρόπο.
  Από την άλλη μεριά, είχε αρνηθεί, ωστόσο, να δημιουργήσει ανάλογους πίνακες χρησιμοποιώντας μόνο το πρόσωπο κάποιας διάσημης σέξυ ντίβας πάνω σε ένα άλλο γυμνό γυναικείο κορμί, που του ζητούσαν για τις ιδιωτικές τους συλλογές μερικοί πορνόγεροι μεγιστάνες έχοντας τους δικούς τους προφανείς λόγους. Φυσικά, εν αγνοία του ‘μοντέλου’. Η άρνησή του δεν οφειλόταν σε ηθικούς ενδοιασμούς. Οφειλόταν στο ότι απαιτούσε ακόμα και η πιο μικρή λεπτομέρεια και η παραμικρή πτυχή του γυναικείου κορμιού να είναι αληθινή και να είναι αυτός που με την έμπνευσή του και με τον χρωστήρα του, που θα την αναδείκνυε.
  Αυτό ήταν όλο, αλλά για τον Πάρκερ ήταν το ‘εκ των ων ουκ άνευ’. Και για έναν χρόνο ολόκληρο δεν είχε τύχει στον δρόμο του η γυναίκα, που θα πυροδοτούσε την έμπνευσή του. Παράλληλα, τις κάποιες παραγγελίες από αδιάφορες καλλιτεχνικά σε αυτόν προτύπων γυναικείου σεξ απήλ,  που του ζητήθηκαν να τις απαθανατίσει με τον χρωστήρα του, τις απέρριψε με πρόφαση ότι ήταν απασχολημένος. Ήταν παραγγελίες, που δεν του κέντριζαν την έμπνευση, επειδή ο Ρόυ Πάρκερ μπορεί να ήταν επαγγελματίας ζωγράφος, αλλά περισσότερο ήταν εραστής ζωγράφος. Κατά κάποιο τρόπο, παλεύοντας με τα χρώματα και τον καμβά, έκανε έρωτα με το ερωμένο αντικείμενό του φτάνοντας σε απίστευτους ερωτικούς οργασμούς! Κυριολεκτικά συνουσιαζόταν μαζί του! Και δεν ήταν το μοντέλο το πραγματικό αντικείμενο του πόθου του. Ήταν το έργο του, το εικαστικό είδωλο, που ο ίδιος δημιουργούσε με κάθε πινελιά του. Η εικόνα, που ο ίδιος εξιδανίκευε και θεοποιούσε. Το ότι, ωστόσο, είχε πηδηχτεί κανονικά και με κάποια από τα μοντέλα του ήταν κι αυτός ένας τρόπος τελικά για να ανακαλύψει και κάποιες άλλες πτυχές της προσωπικότητας που προσπαθούσε να αποδώσει την έκφραση στον καμβά με την παλέτα του.
                                                ###############
  Είχε πάρει τους δρόμους από πολύ νωρίς. Το βλέμμα του σκυθρωπό και διεισδυτικό φωτογράφιζε κάθε γυναικεία φιγούρα που διασταυρώνονταν στο διάβα του. Δεν θα δίσταζε να πέσει στα γόνατα και να εκλιπαρήσει εκείνη, που στο κορμί της θα έβρισκε αυτό το κάτι, που με τον χρωστήρα του κατόπιν θα το αναδείκνυε σαν υπέρτατο στοιχείο της γυναικείας ιδανικής ομορφιάς. Περνούσαν από μπροστά του επίδοξες σταρλετίτσες που με το φωτογραφικό ‘πορτοφόλιό’ τους παραμάσχαλα αναζητούσαν από τα χαράματα ένα μικρό ρόλο στις σκηνές του πιο θεατρικού δρόμου στον κόσμο, κοπέλες που ο καθένας θα αισθανόταν περήφανος να τις είχε κατακτήσει, αλλά στον Πάρκερ δεν έλεγαν τίποτα. Περνούσαν μπροστά του γυναίκες που πήγαιναν στις δουλειές τους με τα αυστηρά μεσάτα ταγέρ τους να αναδεικνύουν τις υποσχέσεις των ποθητών νεανικών κορμιών τους. Αδιάφορες κι αυτές… Για το θέμα, που είχε συμφωνήσει να παρουσιάσει ‘Σπουδή και παραλλαγές ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα’, καμιά δεν ανταποκρινόταν στο πρότυπο, που αμυδρά είχε σχηματίσει στο μυαλό του.
  Μόνο η τύχη θα μπορούσε να τον βοηθήσει, γιατί αυτή η γαμημένη η έμπνευση έδειχνε ανυποχώρητα αρνητική σε όσα η πρωινή πασαρέλα στα πεζοδρόμια του Μπρόντγουαίυ της πρόσφερε.
  Χαμογέλασε αχνά, καθώς έφερε στο νου του, πως αυτή η τύχη τον είχε βοηθήσει αποτελεσματικά, όταν σε παρόμοια κατάσταση βρισκόταν κάνα-δυο χρόνια πριν. Τότε, που πάλι η έμπνευσή του, η γαμημένη έμπνευσή του, έχοντας τα πείσματά της τον είχε φέρει στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, διαπιστώνοντας με υπερβολική δόση ρομαντισμού, ότι όσα είχε να δώσει στην Τέχνη τα είχε δώσει. Άρα δεν είχε λόγο να συνεχίσει να υπάρχει!..

                                                ##################
  Η επιμονή κάποιων φίλων του να τον πάνε σε μια λαϊκή ρεβύ πίστας από αυτές που δεν είχαν καμιά θέση στον ‘ον Μπρόντγουαιυ’ κόσμο, αλλά αφθονούσαν ένα δρόμο πιο κάτω, στη ‘Γουέστ Εντ Άβενιου’, την ‘οφ Μπρόντγουαιυ’ νεοϋροκέζικη σκηνή. Αν μη τι άλλο, το χοντροκομμένο μπουρλέσκ μπορεί να του έφτιαχνε το κέφι.
  «Και ο Τουλούζ Λοτρέκ’ σε κάτι τέτοια σύχναζε και εμπνεόταν!» του είχε πετάξει ο Μάρτιν Πήτερς, ένας φίλος του ιμπρεσάριος, που είχε κάνει στο Παρίσι και στο καρνέ του υπήρχαν πολλές από τις πρωταγωνίστριες του νεοϋροκέζικου μπουρλέσκ. Ο Πήτερς κανόνιζε την προσφορά και τη ζήτηση των κοριτσιών προς τα ανώτερα επίπεδα των καλλιτεχνικών δρώμενων ευθέως ανάλογα με τις ιδιωτικές περιποιήσεις που θα προσέφεραν σε αυτόν και στις ‘υποχρεώσεις’ του τα κορίτσια.
  Μόνο στη θέα της κακότεχνης γιγαντοαφίσας με τα ντεκουπαρισμένα στο χαρτόνι ημίγυμνα κορμιά κοριτσιών που στόλιζε την είσοδο του ‘Μπιζού Μπουρλέσκ’ και τα πολύχρωμα λαμπιόνια που αναβόσβηναν ολόγυρά της σε μια αποθέωση κακογουστιάς, ο Ρόυ Πάρκερ σκέφτηκε, πως τώρα είχε έναν ακόμα παραπάνω λόγο να αυτοκτονήσει!… Η γιγαντοαφίσα ήταν μια απομίμηση δικού του πίνακα, που πέρσι τέτοιο καιρό είχε δημοσιεύσει το ‘Λάιφ’ στο εξώφυλλό του! Η αναμφισβήτητη καλλιτεχνική αξία του ερωτικού εκείνου έργου, ήταν που είχε κάνει το σοβαρό και συντηρητικό περιοδικό να προβεί στη δημοσίευσή του και είχε ξεπουλήσει τρεις αλλεπάλληλες επανεκδόσεις μέσα στην ίδια βδομάδα!… Πολλαπλάσια περισσότερα φύλλα, από όσους εκτιμούνταν, ότι ήταν οι φιλότεχνοι σε ολόκληρη τη χώρα.
  Έχοντας πάρει την αμετάκλητη απόφασή του, να τελειώνει με τη ζωή, ακολούθησε τους φίλους του στο εσωτερικό, μ’ όλο που το να παρακολουθήσει το θέαμα δεν ήταν στις προθέσεις του να δώσει στο κακόγουστο θέαμα, που επρόκειτο να δει, τον ρόλο της τελευταίας επιθυμίας μελλοθανάτου… Κάθε άλλο. Ήθελε μια αιτία να τον κάνει να θυμώσει ακόμα περισσότερο.
  Κάθισαν σε ένα τραπέζι που χώραγε στριμωχτά και τους πέντε, αλλά είχε το προνόμιο να βρίσκεται κοντά στο πάλκο. Ο σερβιτόρος τους άνοιξε ένα μπουκάλι μπέρμπον και άφησε μπροστά τους ένα μπολ με ξηρούς καρπούς.
  Ο κομπέρ με τον προβολέα να τον λούζει, κάνοντας το λαμέ κουστούμι του να στραφταλίζει, όπου δεν ήταν ξεφτισμένο, προανάγγειλε με στόμφο το εισαγωγικό μπαλέτο και το ξεκούρδιστο πιάνο στη γωνία έπαιξε μια θριαμβευτική εισαγωγή. Μάλλον από την ‘Εύθυμη Χήρα’ ήταν, αλλά ούτε ο ίδιος ο Λέχαρ θα μπορούσε να είναι σίγουρος, ότι επρόκειτο για το δικό του πασίγνωστο κομμάτι! Τέτοια διασκευή σε σόλο παραφωνία.
  Ο προβολέας σποτάρισε στην αυλαία, καθώς ο κομπέρ μαζεύοντας τα καλώδια του μικροφώνου του αποσύρθηκε διακριτικά στο σκοτεινό μέρος της σκηνής. Από εκεί θα παρουσίαζε και θα σχολίαζε στο εξής τα νούμερα της παράστασης.
  Σκυμμένος στο ποτήρι του ο Ρόυ Πάρκερ ανακάτευε αδιάφορα τα παγάκια με το δάχτυλό του. Σκεφτόταν πως με λίγη σόδα ίσως να γινόταν πιο υποφερτή ετούτη η μπόμπα με το σχεδόν χρυσαφί χρώμα. Δεν είχε καμιά διάθεση να ρίξει έστω ένα βλέμμα στη σκηνή μπροστά του, όταν σφυρίγματα ενθουσιασμού και παλαμάκια με την είσοδο του μπαλέτου, τον ανάγκασαν από απλή περιέργεια να στρέψει το κεφάλι του στη σκηνή.
  Κι έμεινε εκεί αποσβολωμένος. Το ένα από τα τρία κορίτσια του μπαλέτου μαγνήτισε τη ματιά του αναπόδραστα. Ήταν η αψεγάδιαστη ομορφιά που αναζητούσε! Η γαμημένη η έμπνευσή του ξύπνησε με μιας. Κυρίευσε το είναι του με χιλιάδες εικόνες. Η όποια κίνηση εκείνου του ημίγυμνου κορμιού μεταφραζόταν σε δεκάδες πόζες κάθε δυνατής παραλλαγής. Κάθε σκέρτσο του πικάντικου προσώπου της γινόταν πορτρέτο με φωτοσκιάσεις που το αποθέωναν!… Το ‘τζιοκόντο’ χαμόγελο της Μόνα Λίζας χλόμιαζε μπροστά στα μυστηριώδη χαμόγελα που διαγράφονταν σ’ εκείνα τα δυο κόκκινα σάρκινα μισάνοιχτα χείλη. Τα ξεγυμνωμένα τορνευτά στήθια της ‘Μαριάννας’ στον επαναστατικό πίνακα του Ντελακρουά έδειχναν αχαμνά μπροστά στους μπροστάρηδες της γυναικείας φύσης της κοπέλας, καθώς πάλλονταν ασφυκτιώντας από το στενό κορσάζ-σουτιέν της. Η Πολίνα Μποναπάρτε θα της παραχωρούσε τη θέση της να ποζάρει αυτή γυμνή στον Κανόβα για το γλυπτό του ‘Νικήτρια Αφροδίτη’… Ούτε στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό του Πάρκερ, πόσο ιερόσυλες συγκρίσεις έκανε ετούτες τις στιγμές η γαμημένη η έμπνευσή του. Του πήρε μερικά μακριά δευτερόλεπτα για να συνέλθει και να αναζητήσει πυρετωδώς στις τσέπες του μολύβι και χαρτί. Βρήκε μόνο ένα μολύβι μελανιού σε μια από αυτές και αρπάζοντας τις χαρτοπετσέτες που βρίσκονταν στο τραπέζι σάλιωσε τη μύτη του μολυβιού και άρχισε να σκιτσάρει πυρετικά μέσα στο μισοσκόταδο. Σκιτσάριζε με κοφτές μολυβιές κινήσεις, εκφράσεις, πόζες. Τη μια χαρτοπετσέτα τη γέμισε με τους στρογγυλεμένους γυμνούς, ώμους της. Την άλλη με εκφράσεις των μαγικών βιολετί ματιών της και τα χυμένα μαύρα μαλλιά της ολόγυρα στο πικάντικο οβάλ πρόσωπό της. Την τρίτη με τις καμπύλες των τορνευτών γοφών της. Την παρ’ άλλη με αισθησιακά  σπασίματα της επίπεδης γυμνής κοιλιάς της, που δεν την έβλεπε πίσω από το κορσάζ, αλλά τη φανταζόταν! Κι άλλες χαρτοπετσέτες για τα απαλά της στήθια, για τις φιδίσιες κινήσεις των χεριών της, για τους λεπτούς καλοσχηματισμένους αστραγάλους της, όπου κατέληγαν δυο υπέροχές χυτές γάμπες.
  Οι φίλοι του τον κοίταζαν έκπληκτοι, αλλά και με μια κρυφή χαρά. Ο Ρόυ Πάρκερ, είχε επιτέλους ξυπνήσει!.. Όχι, η γαμημένη η έμπνευσή του ήταν που είχε ξυπνήσει, χάρη σε εκείνη την κοπέλα… Τη Λουδοβίκα, τη βασίλισσα του περιθωριακού μπουρλέσκ σώου!..
 Ανέβαλε την αυτοκτονία του και την τοποθέτησε σε μέλλοντα χρόνο.
 Έκλεισε το ίδιο τραπέζι στο ‘Μπιζού Μπουρλέσκ’ έως το τέλος των παραστάσεων και κάθε βράδυ εφοδιασμένος με καλοξυσμένα μολύβια γέμιζε δεκάδες σκιτσόχαρτα με τα ίδια πάντα αποσπάσματα από το κορμί και το πρόσωπο της Λουδοβίκας ‘του’. Ήταν, μόνο για χάρη της έμπνευσής του, που του την διέγειρε οδηγώντας την κάθε φορά και σε διαφορετικά μονοπάτια έκφρασης, ή ευχαριστιόταν και σαν άντρας βλέποντας την ημίγυμνη φιγούρα της;
  Μια βδομάδα μετά, διαπίστωσε ότι εκείνο που φοβόταν μην του συμβεί, του είχε συμβεί! Ήταν ερωτευμένος μαζί της. Ό,τι χειρότερο και ό,τι καλύτερο συνάμα για αυτό που ήθελε να πάρει από αυτήν και για τούτο κάθε βράδυ δεν έχανε ούτε μια κίνηση από το νούμερό της.

  Πάνω στις δέκα μέρες από την πρώτη φορά που την είδε της έστειλε και μια ανθοδέσμη με 27 κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Είχε μάθει, ότι είχε τα γενέθλια της και υπολόγιζε κάπου εκεί να ήταν η ηλικία της.
  Μετά το νούμερό της η Λουδοβίκα φορώντας μια εσάρπα που σκέπαζε τους γυμνούς ώμους της πλησίασε με αργό λικνιστικό βήμα στο τραπέζι του να τον ευχαριστήσει. Ο Ρόυ Πάρκερ την προσκάλεσε να καθίσει κοντά του. Ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να μάθει πιο πολλά για αυτήν.
  Η Λουδοβίκα βολεύτηκε στην καρέκλα και είδε τα απλωμένα χαρτιά στο τραπέζι. Σήκωσε ένα από αυτά παραξενεμένη και κοίταξε με ερωτηματικό βλέμμα τον Πάρκερ.
  Ο Ρόυ της χαμογέλασε.
  «Εσύ είσαι… Για την ακρίβεια, είναι το χέρι σου…» Σήκωσε ένα άλλο χαρτί και της το έδωσε. «Κι αυτό, πάλι, το ίδιο χέρι είναι σε άλλη κίνησή σου!… Μα σε παρακαλώ, μη κινηθείς. Μείνε όπως είσαι…» της ζήτησε.
  Η κοπέλα αμήχανα προσπάθησε να κρατήσει την έκφραση και τη στάση που είχε, καθώς ο Πάρκερ με γοργές κινήσεις σκιτσάρισε με το κάρβουνο το μισάνοιχτο στόμα της στο λευκό χαρτί. Τίποτ’ άλλο.
  «Θα ήθελα να σου προσφέρω ένα ποτό… Αλλά δεν νομίζω, πως υπάρχει εδώ μέσα κάποιο ποτό της προκοπής… Μπορείς να πάμε κάπου αλλού; Να το βρέξουμε για τα γενέθλιά σου!»
  «Ευχαρίστως!…» Πήγε να χαμογελάσει η κοπέλα, αλλά μετάνιωσε, μην και ο Ρόυ της ξαναζητήσει να μείνει έτσι ώσπου να τη σκιτσάρει. «…Μόνο, που θα πρέπει να αλλάξω…» έκανε και σηκώθηκε βιαστικά.
  Στο μπιστρό του ‘Τόνυ’ς Κόρνερ’, που κάθισαν, ο Ρόυ της έπιασε το χέρι. Κράτησε την παλάμη της ανάμεσα στις δικές του. Παρά την τρυφερότητα της χειρονομίας του, η πρόθεσή του δεν ήταν να την φλερτάρει. Την κρατούσε αμίλητος. Της χάιδευε το χέρι απαλά με τα ακροδάχτυλά του, που με περιέργεια εξερευνούσαν τις φλέβες στη ράχη της παλάμης και στο μέσα μέρος του καρπού της, περιέγραφαν τις καλοσχηματισμένες κλειδώσεις των λεπτών δακτύλων της, τον ντελικάτο καρπό  και το γούβιασμα της παλάμης της. Αποτύπωνε κάθε λεπτομέρεια, που η αφή από το άγγιγμά του έστελνε στο μυαλό του. Δεν του διέφυγε ούτε το ανεπαίσθητο ανατρίχιασμα της επιδερμίδας της. Εκείνο που του διέφυγε τελείως ήταν η αμηχανία της κοπέλας. Το φέρσιμό του, της ήταν ευχάριστο, συμπαθητικό, αλλά αλλόκοτο.
  Όσες φορές άλλοι άντρες -και ήταν πολλοί αυτοί- της είχαν προτείνει να την κεράσουν ένα ποτό, τα ανυπόμονα χέρια τους σε άλλα σημεία του κορμιού της εστίαζαν τη δραστηριότητά τους, ή τουλάχιστον επιχειρούσαν να την εστιάσουν αργά ή γρήγορα.
  Ούτε όταν τέλειωσαν τα ποτά τους, της πρότεινε να την οδηγήσει στο διαμέρισμά του με πρόσχημα να της δείξει τους πίνακές του. Τη συνόδεψε ίσαμε την είσοδο της πολυκατοικίας της στο Γκρίνουιτς σχεδόν αμίλητος.
  Δεν άντεξε και τον ρώτησε:
  «Ρόυ, τι θέλεις από μένα;»
  Την κοίταξε διαπεραστικά για λίγα δευτερόλεπτα.
  «Να αποτυπώσω σε πίνακα τη μορφή σου… Είσαι ό,τι ομορφότερο έχω συναντήσει στη ζωή μου!.. Αλλά δεν νομίζω, ότι είμαι έτοιμος ακόμα να το κάνω!»
  Της φάνηκε πολύ κολακευτικό, που ο πιο διάσημος, ίσως, ζωγράφος στα γυμνά της ζητούσε να τη ζωγραφίσει.
  «Και πότε θα είσαι;»
  «Δεν ξέρω!»
  Της έσφιξε το χέρι και κάνοντας απότομα μεταβολή μπήκε στο ταξί που περίμενε και έφυγε.
  Η Λουδοβίκα απόμεινε αποσβολωμένη να κοιτάζει το αμάξι, ώσπου χάθηκε στο βάθος του δρόμου.
  Ο Ρόυ Πάρκερ συνέχισε να πηγαίνει τα βράδια στο ‘Μπιζού Μπουρλέσκ’ για τη Λουδοβίκα. Άλλοτε με την παρέα του και άλλοτε μόνος. Πάντα κουβαλούσε μαζί του μολύβια και λευκά χαρτιά, που όταν έφευγε, παίρνοντάς τα μαζί του, δεν είχε μείνει πάνω τους ούτε εκατοστό αζωγράφιστο.
  Με την κοπέλα δεν είχε ξαναμιλήσει από το βράδυ που είχαν βγει. Κάτι ένιωθε να τον στοιχειώνει. Αισθανόταν καλύτερα όταν βρισκόταν μόνος στο μαγαζί, παρά μαζί με τους φίλους του. Κι έτσι βρήκε αυτό που τον ενοχλούσε. Ζήλευε! Ζήλευε με το γεγονός, ότι και άλλοι άντρες είχαν το προνόμιο να δουν την τέλεια μισόγυμνη φιγούρα της πληρώνοντας όσο ένα ποτό.  Αυτό, δεν μπορούσε να το ανεχτεί.  Ήταν τόσο όμορφη, σαν κύκνος, και δεν ήταν για δημοπρασία. Θα έπρεπε να διαφυλάξει την τελειότητά της και την γοητεία της για τον εαυτό του!
  Την περίμενε στην πίσω έξοδο του μαγαζιού να τελειώσει η παράσταση. Την είδε να βγαίνει και την πλησίασε.
  «Λου!..» Πρώτη φορά την αποκάλεσε έτσι και η κοπέλα γύρισε ξαφνιασμένη. Ένα χαρούμενο χαμόγελο στόλισε το πρόσωπό της.
  «Ρόυ!»
  Ο Ρόυ Πάρκερ δεν ήξερε, πώς να αρχίσει.
  «Ήμουνα μέσα!..»
  «Σε είδα. Πάλευες όπως πάντα με τα χαρτιά σου! Μα και να μη σ’ έβλεπα, πάλι σίγουρη θα ήμουν, ότι κάπου κει πέρα θα ήσουν!»
  «Λου, θέλεις να …»
  «Να πάμε για ποτό; Ευχαρίστως, Ρόυ!..» τον διέκοψε η κοπέλα.
  «Άλλο ήθελα να σε ρωτήσω.. Λου, θέλεις να παντρευτούμε;»
  Ήταν πολύ αναπάντεχο για να μπορέσει να απαντήσει με κάτι που δεν θα φαινόταν ανόητο. Και τελικά δεν το απόφυγε.
  «Μήπως, εννοείς ότι είσαι έτοιμος να με ζωγραφίσεις;»
  «Όχι… Σε ρώτησα ξεκάθαρα αυτό που εννοώ… Θέλεις να παντρευτούμε;»
  «Και ο πίνακας;»
  «Γάμησέ τον, τον πίνακα!»
  Η Λουδοβίκα, η βασίλισσα του ‘οφ Μπρόντγουαίυ μπουρλέσκ’ άνοιξε διάπλατα τα πανέμορφα βιολετί μάτια της. Η έκπληξή της ήταν συνδυασμός που οφειλόταν στη, μάλλον, άκομψη απάντησή του και στην απροσδόκητη πρότασή του, που την είχε διατυπώσει με τόση σαφήνεια και μάλιστα δυο φορές, ώστε να μην αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας της.
  Του απάντησε δίχως τον παραμικρό δισταγμό.
  «Ναι, Ρόυ!… Θέλω!»
  Ο χρόνος που κύλησε, δώδεκα συναπτοί μήνες, ήταν ένας συνεχής αισθησιακός μήνας του μέλιτος. Η έμπνευση είχε χτυπήσει κόκκινο στη δημιουργικότητα του Ρόυ Πάρκερ, που δούλευε ασταμάτητα για να της δίνει διέξοδο ώστε να εκτονώνεται και να αφήνει χώρο να ξεχυθούν άλλες μορφές και φόρμες, που στροβιλίζονταν στριμωγμένες στα βάθη του μυαλού του.
  Η Λου ήταν η πηγή της, η μούσα του και το μοντέλο του. Δούλευαν ώρες πάνω σε μια λεπτομέρεια έκφρασης ή κίνησης. Ολότελα ξαφνικά σταματούσαν. Έκαναν έρωτα παθιασμένα, σαν έφηβοι. Μετά, ο Ρόυ ξανάπιανε τον χρωστήρα ανανεωμένος και με καινούργιες εμπειρίες, που τις μετουσίωνε σε πινελιές.
  Οι πίνακες με την Λου ήταν για τον εαυτό του και για αυτήν. Ήταν κατάδυση στον προσωπικό του κόσμο σε βαθύτερα σημεία, από όσο θα επέτρεπε σε άλλους να διεισδύσουν. Ήταν η συμβολική αποτύπωση των παθιασμένων ερωτικών συνευρέσεών με την Λου και για τίποτα στον κόσμο δεν ήθελε να το μοιραστεί, έστω και εικαστικά, με άλλους. Συνεπώς δεν τους είχε, λοιπόν, για καμιά έκθεση, ούτε για πούλημα.
  Και μετά η έμπνευση ξανάγινε ‘η γαμημένη έμπνευση’. Στέρεψε και τίποτα δεν την διέγειρε.
  Λες κι έπεσε σε χειμερία νάρκη, μόλις άρχισε να διαμορφώνει το περίγραμμα της θεματολογίας που σχεδίαζε να αναπτύξει στην επόμενη έκθεσή του. Σε κανένα μοντέλο από όσα του έδειξαν τα πρακτορεία δεν έβρισκε τα στοιχεία που ζητούσε. Μήπως, όμως, ήξερε και ο ίδιος τι ζητούσε;
  Έχοντας φτάσει σε μια αισθητική κορύφωση με τους πίνακες της Λου, τίποτα λιγότερο δεν τον ικανοποιούσε. Ωστόσο, ούτε και τη Λου μπορούσε να χρησιμοποιήσει για έναν καινούργιο κύκλο έμπνευσης. Γύρω από τη γυναίκα του είχε σηκώσει ο ίδιος αδιαπέραστα στεγανά. Ούτε καν που περνούσε από το μυαλό του το ενδεχόμενο να είναι η Λου το μοντέλο, πάνω στο οποίο θα στήριζε τη θεματολογία της έκθεσης. Τι και αν του το ζήτησε η ίδια; Έκανε, πως δεν το άκουσε.

                                                ****************

  Κάπως έτσι είχαν τα πράγματα, όταν απεγνωσμένα είχε πάρει τους δρόμους να βρει εκείνο που θα τον απαγκίστρωνε από το εξιδανικευμένο είδωλο που είχε δημιουργήσει με τη μορφή και το σώμα κυρίως της γυναίκας του.
  Μεσημέριαζε, όταν πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
  «Κυρία, Τόπσυ..» φώναξε, μπαίνοντας στο διαμέρισμα, στην υπηρέτρια του σπιτιού, χωρίς να τη βλέπει «… φέρε μου, σε παρακαλώ, να φάω στο στούντιο!»
  Αντί για τη χοντρή νέγρα υπηρέτρια, που του άρεσε να τη φωνάζει ‘Τόπσυ’, αν και δεν την έλεγαν έτσι, εμφανίστηκε στο κατώφλι της πόρτας του σαλονιού η Λου, χαμογελώντας.
  «Πρέπει να είσαι πολύ αφηρημένος, αγάπη μου, αυτόν τον καιρό… Ξέχασες, πως η κυρία Τόπσυ είναι τρεις μέρες που σταμάτησε να δουλεύει; Από εδώ και στο εξής θα πρέπει να συνηθίσεις να φωνάζεις ‘Χέλγκα’ την καινούργια, που μας έστειλε το πρακτορείο σήμερα το πρωί…»
  Ταυτόχρονα πίσω από τη Λου εμφανίστηκε η ψηλόκορμη σιλουέτα της Χέλγκα. Ο Ρόυ απόμεινε αποσβολωμένος σαν να τον χτύπησε κεραυνός. Του πήρε αρκετά δευτερόλεπτα να ξαναρχίσει το μυαλό του να επικοινωνεί με το περιβάλλον.
  «Η Χέλγκα είναι Νορβηγίδα και σπουδάζει νοσηλεύτρια…» συνέχισε η Λου, που πρόσεξε την έκπληξη του άντρα της. «…Βρήκε καλή την ιδέα για το χαρτζιλίκι της να μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στις σπουδές της και στην εξυπηρέτηση μιας οικογένειας, που δεν έχει μεγάλες απαιτήσεις νοικοκυριού… Χέλγκα, αυτός είναι ο άντρας μου… Ο κύριος Πάρκερ, ο Ρόυ Πάρκερ… Ρόυ, αυτή είναι η Χέλγκα!»
  Ο Ρόυ ψέλλισε κάτι μεταξύ ‘χαίρω πολύ’ και ‘καλώς ήρθες’ και βγήκε βιαστικά από το σαλόνι.
  Ανέβηκε στη σοφίτα με την καρδιά του να χτυπάει δυνατά από την ταραχή. Έκλεισε την πόρτα του στούντιο πίσω του και ακούμπησε πάνω της λαχανιασμένος.
  Η φιγούρα της Χέλγκα στεκόταν απέναντί του τρισδιάστατη με σάρκα και οστά!.. Να άπλωνε τα χέρια του θα την άγγιζε!.. Ψηλή, γεροδεμένη με φαρδιούς ώμους, λεπτή μέση, μακριά γεροδεμένα πόδια. Ξανθή στο χρώμα του μεστωμένου σταριού με λεία επιδερμίδα στο φωτεινό σαν διάφανο πρόσωπό της. Τα χαρακτηριστικά της ήταν κάπως σκληρά, αλλά πολύ όμορφα και συμμετρικά. Οι μακριές βλεφαρίδες, που στεφάνωναν τα μεγάλα γαλαζοπράσινα μάτια της έδιναν στο πρόσωπό της ένα τόνο αθωότητας, που τον ακύρωναν την ίδια στιγμή τα καλογραμμένα κόκκινα χείλη της γεμάτα φιλήδονες υποσχέσεις. Η ελαφρά ανασηκωμένη μύτη της με τα στενά ρουθούνια ανάμεσα στα δυο ισορροπημένα ζυγωματικά, που χώριζαν ακριβώς στη μέση το οβάλ πρόσωπό της ήταν ο ορισμός της τσαχπινιάς. Τα μαλλιά της χωρισμένα σε δυο μακριές πλεξούδες έπεφταν απαλά στο γεμάτο μπούστο της που το ντεκολτέ της στενής μπλούζας της παλαντζάριζε σε λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο σεμνό και στο προκλητικό, ανάλογα με τις κινήσεις που έκανε το σώμα της.
  Η Λου άνοιξε σιγά την πόρτα του ατελιέ και τον είδε να έχει ξαπλώσει στην κουνιστή πολυθρόνα του με τα μάτια κλειστά.
  «Ρόυ, τι σου συμβαίνει;» ρώτησε.
  Αυτός άνοιξε τα μάτια του, καθώς η Λου πλησίασε και κάθισε πάνω του ναζιάρικα.
  «Αυτή είναι!»
  «Η Χέλγκα;»
  «Ναι!.. Είναι αυτή που έψαχνα!… Μόλις την είδα η καταραμένη η έμπνευσή μου…»
  «Η γαμημένη η έμπνευσή σου..» τον διόρθωσε χαμογελαστά διακόπτοντάς τον η Λου.
  «…Ξύπνησε! Με πλημμύρισε με χιλιάδες εικόνες της, κίνηση, στάσεις, εκφράσεις…»
  «Τη βρίσκεις όμορφη;» ρώτησε με ένα ελαφρό τσίμπημα ζήλιας στην καρδιά η Λου.
   Ο Ρόυ της χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά, καθώς ένιωσε να τον διαπερνάει το ελαφρό τρέμουλο από την ανησυχία της.
  «Από τη Νορβηγία, είπες ότι είναι;…»
  Ένευσε καταφατικά.
  «…Είναι μια Βαλκυρία!…» Η φωνή είχε βραχνιάσει από την ένταση. «…Η ενσάρκωση μιας Βαλκυρίας!… Οι Βαλκυρίες δεν ήταν όμορφες.. Ήταν πνεύματα… Πολεμικές θεότητες της σκανδιναβικής μυθολογίας, που οδηγούσαν από πεδίο της μάχης τις ψυχές των σκοτωμένων ηρώων στον παράδεισο της απόλαυσης… Οι Βίκινγκς, ξέρεις, αποζητούσαν να βρουν τον θάνατο στη μάχη για να τους συνοδεύσει κάποια Βαλκυρία στη Βαλχάλλα, τον Παράδεισό τους… Η Χέλγκα είναι μια από αυτές!  Είναι μια Βαλκυρία!..»
  «Ναι, αλλά εσύ δεν είσαι, Βίκινγκ!» του αντιγύρισε σχεδόν κοροϊδευτικά η Λου.
  «Θέλω να τη ζωγραφίσω!…»
  «Ζήτησέ της το!»
  Ο Ρόυ συνεπαρμένος, σχεδόν παραληρούσε.
  «Οδήγησε την έμπνευσή μου σε άλλους δρόμους, που δεν είχα σκεφτεί… Θάνατος, αισθησιασμός, οράματα μυστηριακά, υπάρξεις του σκότους και του φωτός, που σε προκαλούν με τη μορφή τους, που σε εκμαυλίζουν με τις υποσχέσεις τους… Φωτιά και πάγος… Φως και έρεβος ταυτόχρονα… Ανείπωτα συναισθήματα, που σε κάνουν να νιώθεις έρμαιο ανωτέρων δυνάμεων…»
  «Ζήτησέ της να ποζάρει για σένα, λοιπόν!..» επανέλαβε η Λου πιο έντονα. «Γυμνή με ένα σπαθί στο χέρι, σαν Βαλκυρία, έτοιμη να πάρει την ψυχή σου και να την οδηγήσει στη Βαχαλάλ … στη Βαχλά … πώς την είπες!..»
  Έδειχνε ενοχλημένη… Θυμωμένη, πιο σωστά. Σηκώθηκε απότομα από τα γόνατά του κι έκανε να φύγει.
  «Λου!..» φώναξε με παράπονο ο Ρόυ.
  Η Λου κοντοστάθηκε και γύρισε παραξενεμένη. Τον κοίταξε ερωτηματικά.
  «Λου, αφού την ξέρεις, τη γαμημένη την έμπνευσή μου… Αυτή με ορίζει και αυτή την κοπέλα χρειαζόταν για να πάρει μπρος… Δεν είναι ότι δεν θα μπορούσες να με εμπνεύσεις εσύ. Αντίθετα, θα μπορούσες περισσότερο από κάθε άλλη, αλλά δεν θέλω. Αυτό είναι όλο και τίποτα περισσότερο!»
  «Και γιατί δεν θέλεις, Ρόυ;»
  «Γιατί εσύ, είσαι μόνο για μένα… Δεν μοιράζομαι τίποτα δικό σου με άλλους!.. Ούτε καν κάτι από σένα αποτυπωμένο σε καμβάδες πινάκων στους τοίχους μιας γκαλερί Ζωγραφικής!»
  Η Λου βρέθηκε με μιας στην αγκαλιά του.
  Όταν μερικά λεπτά αργότερα σηκώθηκε από πάνω του, καθώς σουλούπωνε κάπως το φόρεμά της και έστρωνε τα μαλλιά της, προσπάθησε να θυμηθεί, πότε ήταν η τελευταία φορά που ο Ρόυ της είχε κάνει τόσο παθιασμένο έρωτα. Έτσι αναπάντεχα, όπως τώρα… Αν η αιτία ήταν η Χέλγκα, τότε θα μπορούσε να λειτουργήσει περίφημα και σαν φίλτρο διέγερσης του Ρόυ, που είναι η αλήθεια ότι εξαιτίας του άγχους του στους τελευταίους μήνες, μάλλον την είχε παραμελήσει.
  «Να της το ζητήσεις, Ρόυ!» του έκανε κλείνοντάς του το μάτι συνωμοτικά.
  Οι επόμενες μέρες πέρασαν για τον Ρόυ βασανιστικά. Η παρουσία της Χέλγκα μέσα στο ίδιο του το σπίτι είχε κυριεύσει τη σκέψη του. Η ένταση θα εκτονώνονταν μόνον με το πινέλο και τη Βαλκυρία απέναντί του να ποζάρει γυμνή.
  Στην κάθε μέρα που περνούσε ανακάλυπτε καινούργιες λεπτομέρειες πάνω της. Στα όμορφα χαρακτηριστικά του προσώπου της σχηματίζονταν αδρές φωτοσκιάσεις, με αρμονικούς συνδυασμούς απαλών χρωμάτων. Όλα πάνω της ήταν εντυπωσιακά, αιχμαλωτίζοντας αναπόδραστα τη ματιά, μα τίποτα δεν ήταν κραυγαλέο. Οι τέλειες αναλογίες του κορμιού της και των χαρακτηριστικών του προσώπου της δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτα από τον ‘Βιτρούβιο’, το πρότυπο των αναλογιών του ανθρωπίνου σώματος, όπως το είχε ορίσει ο Ντα Βίντσι. Δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από τις αναλογίες ενός αψεγάδιαστου γυναικείου κορμιού, που κάθε άντρας θα ονειρευόταν να σφίγγει στην αγκαλιά του, να το εξερευνά και να ανακαλύπτει κάθε φορά τις ίδιες κρυφές πτυχές του σαν να ήταν η πρώτη φορά. Κάθε της κίνηση πρόδιδε την χάρη των μυών της. Κινούταν με την ανάλαφρη χάρη ενός πάνθηρα χάρη στο ότι τα κιλά της ήταν αυτά που έπρεπαν για το ύψος της. Ούτε λιγότερα, ούτε περισσότερα. Και τα ρούχα που φορούσε τόνιζαν την αισθησιακή σιλουέτα της. Στενές μπλούζες με βαθιά ντεκολτέ και στενές κοντές φούστες, που άφηναν ακάλυπτα τα πόδια της από τα γόνατα και κάτω αναστάτωναν τις αισθήσεις του Ρόυ, που είχε κάνει μοναδικό σκοπό της ζωής του να τη ζωγραφίσει οπωσδήποτε, όπως τη φανταζόταν… Σαν μια ατίθαση ολόγυμνη Βαλκυρία που συνοδεύει από τα σκότη του θανάτου τις ψυχές των ηρώων στα ολόφωτα λιβάδια της Βαλχάλλα.
  Ο Ρόυ σκεφτόταν κάποιο τρόπο να την πλησιάσει και να της ζητήσει αυτό που ήθελε. Δεν ήταν εύκολο. Η κοπέλα ήταν σοβαρή και έδειχνε απρόσιτη. Όταν δεν είχε να κάνει δουλειές του σπιτιού κλεινόταν στο δωμάτιό της και μελετούσε τα μαθήματα της σχολής της.
  Την ευκαιρία του την έδωσε η ίδια η Χέλγκα, όταν ένα πρωί μαζεύοντας το σερβίτσιο με το πρωινό πρόσεξε τα σκιτσόχαρτα του Ρόυ πάνω στο τραπέζι. Σε μερικά από αυτά αναγνώρισε το πρόσωπό της και υπέθεσε πως κάποια ξεχωριστά σκίτσα σε άλλα χαρτιά που έδειχναν σημεία γυναικείου σώματος αφορούσαν το δικό της κορμί.
  Ρώτησε τον Ρόυ με κάποιο ελαφρό θυμό στη φωνή της τι σημαίνουν αυτά τα σκίτσα κι ο Ρόυ χωρίς περιστροφές της είπε τι θα ήθελε από αυτήν. Αλλά και η Χέλγκα, χωρίς περιστροφές κι αυτή, του το ξέκοψε απερίφραστα και οργισμένα.
  Ο ζωγράφος έπεσε σε απόγνωση. Με τα πρόχειρα σκίτσα που είχε κάνει στα πεταχτά δεν μπορούσε να δημιουργήσει. Άλλωστε, δεν ήταν αυτός ο ρόλος τους. Είχαν γίνει μόνο για τη σπουδή του θέματος, όπως συνήθιζε να κάνει ο Ρόυ Πάρκερ πριν καταπιαστεί με τη σύνθεσή του.
  «Πρέπει, να αποτυπώσω τη μορφή της πάνω στον καμβά, ακόμα και αν χρειαστεί να αναισθητοποιήσω με χλωροφόρμιο αυτή τη γυναίκα!» Ο τόνος της φωνής του έδειχνε όλη την απελπισία του για το αδιέξοδο.
  Η Λου χαμογέλασε με συγκατάβαση. Τον ήξερε τον άντρα της και για αυτό δεν ζήλευε. Ο Ρόυ δεν ήταν ερωτευμένος με τη Χέλγκα. Είχε παθιαστεί με αυτό που ο ίδιος θα δημιουργούσε από τη Χέλγκα. Έβγαλε από τη χρυσοποίκιλτη ταμπακέρα της ένα λεπτό γυναικείο τσιγάρο. Το άναψε και φύσηξε τον αρωματικό καπνό προς το μέρος του άντρα της. Συνέχισε να χαμογελάει με ύφος περιπαικτικό. Ο Ρόυ την κοίταξε με απορία.
  «Λου, θέλεις κάτι να μου πεις;»
  «Ναι…» Η παρατεταμένη σιωπή της είχε φορτίσει με περιέργεια και εκνευρισμό τον Ρόυ. «…Άστο πάνω μου, αγάπη μου!» είπε τελικά.
  Ο Ρόυ ξαφνιάστηκε από την απρόσμενη πρότασή της.
  «Τι θα προσπαθήσεις να κάνεις;»
  «Δεν ξέρω… Αλλά θα προσπαθήσω να την πείσω… Ίσως εσένα σε φοβάται. Αν της μιλήσει γυναίκα, θα είναι διαφορετικά.. Ελπίζω..» Θυμήθηκε τον ξέφρενο έρωτα που είχαν κάνει και όπου είχε αποδώσει το πάθος του άντρα της στη φόρτισή από την παρουσία της Χέλγκα στο σπίτι τους. Για αυτό πρόσθεσε κάπως διφορούμενα: «Θέλω να σε βοηθήσω, γιατί η Χέλγκα, μας είναι χρήσιμη… Μπορεί να κάνει πολλά για μας, ακόμα και με την παρουσία της εδώ μέσα!…»
  Ο Ρόυ δεν κατάλαβε το υπονοούμενο, αλλά λίγο τον απασχολούσε…
  Βρήκε ένα πρόσχημα ότι θα έπρεπε να λείψει για τρεις-τέσσαρες μέρες εκτός Νέας Υόρκης, ώστε να μην επηρεάζει με την παρουσία του τη  Χέλγκα και άφησε κάθε πρωτοβουλία προσέγγισης στη Λου. Στην πραγματικότητα νοίκιασε ένα δωμάτιο σε ξενοδοχείο δυο δρόμους πιο κάτω από το σπίτι του.

                                         ***********************

   «Δοκίμασα τα πάντα, Ρόυ!…» του είπε η Λου, όταν επέστρεψε σπίτι του ένα μεσημέρι που η Χέλγκα έλειπε για μάθημα στη σχολή της. «…Αυτό το κορίτσι είναι ανένδοτο. Το μόνο που κατάφερα να την πείσω, είναι πως οι προθέσεις σου είναι καθαρά καλλιτεχνικές. Πως δεν σκοπεύεις να της ριχτείς με πρόσχημα να τη ζωγραφίσεις γυμνή. Της έδειξα ακόμα και τους πίνακες, αυτούς που έχεις κάνει με εμένα. Εντυπωσιάστηκε, αλλά μου πέταξε κατάμουτρα ένα μεγαλόπρεπο ‘όχι’. Εξοργίστηκε, όταν της είπα ότι θα πληρωθεί καλά για αυτή τη δουλειά της και με απείλησε λέγοντάς μου, πως καλά θα κάνω να ψάξω να βρω κάποια άλλη κοπέλα να με βοηθάει στο σπίτι, γιατί θα έφευγε την ίδια στιγμή, αν συνέχιζα να την πιέζω. Της ζήτησα να μου εξηγήσει τους λόγους της πεισματικής της άρνησης. Μου είπε, ότι απλώς δεν της αρέσει να στέκεται γυμνή απέναντι σε έναν άντρα για τον οποιονδήποτε λόγο…»
  «Ανοησίες!…» έκανε φουρκισμένος ο Ρόυ Πάρκερ.
  Η Λου συμφώνησε… Είχε εκθέσει το κορμί της χιλιάδες φορές σε χιλιάδες αδηφάγα αντρικά βλέμματα και δεν έπαθε τίποτα. Το είχε δείξει έστω μισόγυμνο με φανταχτερά φτερά και διάφανα πέπλα να σκεπάζουν προσχηματικά τα πιο κρυφά σημεία του. Και ούτε κανένας ποτέ την κατηγόρησε για αυτό, ότι είναι εύκολη και πόρνη.
  «Ίσως, όμως Ρόυ, θα πρέπει να ψάξεις να βρεις το μοντέλο σου ανάμεσα στις επαγγελματίες. Ανάμεσα σε τόσες εκατοντάδες που υπάρχουν, δεν μπορεί, θα βρεθεί και κάποια που θα σου κάνει. Που θα κεντρίσει την έμπνευσή σου να δημιουργήσεις αυτό που ονειρεύεσαι…»
  «Αναρωτιέμαι, πόσο λίγο με ξέρεις… Χιλιάδες γυναίκες εκεί έξω είναι πολύ πιο όμορφες και πιο ελκυστικές από τη Χέλγκα και πολύ πιο κοντά στο πρότυπο της γυναικείας ομορφιάς, όπως το θέλει η εποχή μας… Μα, η γαμημένη η έμπνευσή μου σε αυτήν βρήκε την τέλεια ενσάρκωση της Βαλκυρίας και αυτήν θέλω… Πρέπει να ζωγραφίσω αυτή τη γυναίκα, ακόμα κι αν χρειαστεί να την κοιμίσω ποτίζοντάς την με χλωροφόρμιο!..»
  «Αυτό το έχεις ξαναπεί!..»
  «Ναι γιατί μου έχει γίνει έμμονη ιδέα… Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον τρόπο…»
  Η Λου τράβηξε την καρέκλα της και την έφερε κοντά σε αυτήν του άντρα της. Έγειρε τρυφερά στο στήθος του και ο Ρόυ πέρασε τα χέρια του πάνω από τους ώμους της.
  Ασυναίσθητα έκανε τη σύγκριση: από τη μια μεριά η απαλή, μεταξένια και λεπτή επιδερμίδα της νεαρής γυναίκας του, που η γήινη ομορφιά της αναδυόταν από το σύνολο των χαρακτηριστικών της σωματικών και ψυχικών και από την άλλη η παγερή, αυστηρή και κλασσική φιγούρα της εντυπωσιακής, μα απρόσιτης βίκινγκ. Η σύγκριση τον πλημμύρισε  με ένα δυνατό συναίσθημα απέχθειας, καθώς αναλογιζόταν ότι αυτό το πλάσμα, η Χέλγκα, αντιπροσώπευε τον τύπο της αψεγάδιαστης σωματικής τελειότητας, που, αν και ο ίδιος απεχθανόταν προσωπικά, είχε βραχυκυκλώσει τη σκέψη του στο να αναζητήσει και αλλού τα πρότυπα της δημιουργικής του έμπνευσης.
  Στην τραπεζαρία έκανε την εμφάνισή της η Χέλγκα που στο μεταξύ είχε γυρίσει από τη σχολή της. Φορούσε τη στενή μαύρη μπλούζα της. Τα δυο πάνω κουμπιά της ήταν ανοιγμένα. Από το ντεκολτέ ξεπρόβαλλε αυθάδικα, προκλητικά το ολοστρόγγυλο πάνω μέρος του στήθους της. Ο Ρόυ άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει στη φιγούρα της προσπαθώντας να το κάνει αδιάφορο. Στάθηκε για αρκετή ώρα στις γάμπες της. Η ραφές στις διάφανες ψηλές κάλτσες που τις αγκάλιαζαν ήταν ολόισιες. Ακόμα και σε αυτή τη λεπτομέρεια η Χέλγκα ήταν τέλεια.
  Η Λου με ένα ελαφρό χαμόγελο χαραγμένο στα χείλια της παρακολουθούσε μια τον άντρα της και μια την κοπέλα που μάζευε αμίλητη και ανέκφραστη τα σερβίτσια. Δικαιολογούσε απόλυτα το γεγονός ότι αυτή η φιγούρα είχε ξεσηκώσει τον Ρόυ, έστω και μόνο καλλιτεχνικά. Ωστόσο, τον είχε άξιο, να μετατοπίσει το ενδιαφέρον του σε καθαρά σεξουαλικό επίπεδο, όταν το καλλιτεχνικό του θα είχε ικανοποιηθεί. Δεν ζήλευε, όμως γιατί είχε εμπιστοσύνη στις δικές της ικανότητες να τον κρατήσει. Απλώς, κάπου της άρεσε αυτό το ερωτικό παιχνίδι.
  Η Χέλγκα βγήκε από την τραπεζαρία κλείνοντας πίσω της την πόρτα.
  Δεν ήταν δύσκολο για τη Λου να διακρίνει στο βλέμμα του άντρα της την απογοήτευση κι ότι ήταν έτοιμος να παραδεχτεί την αποτυχία του στο να πειστεί η Χέλγκα να ποζάρει για αυτόν. Αν τελικά τα παρατούσε, η κατάρρευσή του θα ήταν ολοκληρωτική. Και τότε η ζωή τους θα έμπαινε σε μια φάση μιζέριας, την οποία η Λου ούτε που ήθελε να διανοηθεί, ότι μπορεί να τους συμβεί.
  «Ρόυ, υπάρχει ακόμα μια ελπίδα. Έχω ένα σχέδιο, που το σκέφτηκα και το προετοίμασα, στις τρεις μέρες που έλειπες. Το κρατούσα σαν ύστατη εναλλακτική λύση. Τώρα βλέπω πως είναι το μοναδικό που έχουμε να κάνουμε. Τουλάχιστο να προσπαθήσουμε να το εφαρμόσουμε…»
  Την κοίταξε ερωτηματικά. Ωστόσο, κανένα φως ελπίδας δεν άστραψε στη ματιά του. Την άφησε να συνεχίσει.
  «….Όσο έλειπες, φρόντισα και τοποθέτησα στο ατελιέ σου έναν μεγάλο καθρέφτη που χωρίζει το δωμάτιο στη μέση από τοίχο σε τοίχο. Δεν είναι παράξενο να υπάρχει ένας μεγάλος καθρέφτης σε ένα ατελιέ ζωγραφικής. Σε αυτόν μπορεί να βλέπει το μοντέλο τον εαυτό του και να διορθώνει τη θέση του όση ώρα θα ποζάρει. Από την άλλη μεριά με τις αντανακλάσεις του από το φως του ήλιου προσθέτει φωτισμό στον χώρο…»
  «Δεν καταλαβαίνω σε τι θα ωφελήσει κάτι τέτοιο…¨τη διέκοψε απορημένος.
  « Στον καθρέφτη αυτόν που είναι ειδικής κατασκευής εκείνος που στέκεται μπροστά του βλέπει το είδωλό του. Εκείνος, όμως που στέκεται από πίσω του βλέπει στον χώρο πέρα από τον καθρέφτη, σαν να βλέπει από τζαμαρία χωρίς όμως να φαίνεται… Ξέρεις, τον χρησιμοποιούν σε μερικά αστυνομικά τμήματα για να αναγνωρίζουν κάποιοι μάρτυρες τους υπόπτους, χωρίς αυτοί να ξέρουν ότι τους βλέπουν…»
  «Συνεχίζω να μην καταλαβαίνω…»
  «Θα ζητήσω από τη Χέλγκα να ποζάρει για μένα!… Μου είχε δηλώσει κατηγορηματικά, ότι δεν θέλει να τη βλέπει ένας άντρας γυμνή… Δεν είπε ποτέ, ότι  την ενοχλεί αν τη βλέπει γυμνή μια γυναίκα!.. Δεν θα ξέρει, ότι εσύ βρίσκεσαι πίσω από τον καθρέφτη και θα τη ζωγραφίζεις!… Νομίζεις, ότι θα καταφέρεις, αν την πείσω;»
  Ο Ρόυ αγκάλιασε τη γυναίκα του ενθουσιασμένος.
  «Λου, αγάπη μου!… Είσαι φοβερή!… Ναι!.. Θα τα καταφέρω!… Μου φτάνουν λίγες στιγμές για να αποτυπώσω στο χαρτί το σκαρίφημα της πόζας της, της έκφρασής της και του σχήματος που θα παίρνει το γυμνό κορμί της καθώς θα ποζάρει.. Δηλαδή αυτών των στοιχείων, που δεν μπορώ διαφορετικά να τα έχω για να φτιάξω τους πίνακές μου!..»
  «Μόνο, φρόντισε να μη κάνεις θόρυβο, όσο θα βρίσκεσαι πίσω από τον καθρέφτη και να μην υπάρξει ο παραμικρός φωτισμός από τη μεριά σου. Θα προδοθούμε και αυτό θα ήταν καταστροφικό!»
  «Όσο για αυτό μη φοβάσαι! Θα ξέρει, ότι θα λείπω από το σπίτι. Θα ανέβω από την εξωτερική σκάλα κινδύνου και θα μπω στο ατελιέ από την πόρτα της ταράτσας. Θα φροντίσω να είμαι εκεί και έτοιμος με τα σύνεργά μου πριν έρθετε εσείς από την εσωτερική είσοδο του διαμερίσματος…»
  «Αυτό θα σου έλεγα να κάνεις!… Αύριο, κιόλας, το μεσημέρι, που ο εξωτερικός φωτισμός από το φως του ήλιου, θα λούζει το ατελιέ από παντού, θα της ζητήσω να ανέβουμε για να ξεσκονίσουμε και να συγυρίσουμε λίγο τον παραμελημένο χώρο. Εσύ να είσαι εκεί και άφησε τα άλλα σε μένα!»
  Ο Ρόυ φίλησε με πάθος τη γυναίκα του. Η Λου στο παρατεταμένο βαθύ  φιλί του δεν ένιωσε μόνο την ευγνωμοσύνη του άντρα της. Ένιωσε και την επιβεβαίωση του πόθου του για αυτήν. Ένιωσε την ακαταμάχητη έλξη που του ασκούσε, ώστε από καμιά άλλη γυναίκα, ούτε από την προκλητικά σεξουαλική, μα αυστηρή Χέλγκα, είχε να φοβηθεί, ότι θα μπορούσε να της τον αποσπάσει.

                                                ************************

  Ο Ρόυ Πάρκερ άκουσε το κλειδί στην πόρτα του ατελιέ να γυρίζει στην κλειδαριά. Το αίμα του άρχισε κυλάει γοργά στις φλέβες του από την αγωνία, καθώς είδε, αόρατος, τη γυναίκα του και τη Χέλγκα να μπαίνουν στο ατελιέ.
  «Έχουμε πολύ δουλειά να κάνουμε εδώ μέσα, Χέλγκα…» άκουσε τη Λου να λέει. Είναι βλέπεις παρατημένο εδώ και πολύ καιρό και ο Ρόυ δεν έχει καμιά διάθεση να κάνει τίποτα για να το συμμαζέψει…. Μα τώρα, που αποφάσισα να αξιοποιήσω και εγώ τα μαθήματα ζωγραφικής που είχα πάρει στη Σχολή Καλών Τεχνών… Ναι, δεν σου είχα πει ότι έχω φτάσει ίσαμε το δίπλωμα ζωγραφικής; Να, είπα να το συγυρίσω λίγο να αρχίσω να ζωγραφίζω…»
  Η Χέλγκα πήγε και στάθηκε μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη ακριβώς μπροστά στον Ρόυ. Αυτός κράτησε την ανάσα του. Τον είχε δει; Είχε καταλάβει το παιχνίδι; Η Χέλγκα χαμογέλασε στο είδωλό της και αυτό φυσικά της ανταπόδωσε το ίδιο ακριβώς χαμόγελο. Η έμφυτη γυναικεία κοκεταρία δεν μπορούσε να μείνει ασυγκίνητη μπροστά σε έναν τεράστιο καθρέφτη που την αντικατόπτριζε ολόκληρη με κάθε λεπτομέρεια. Πήρε και κάποιες πόζες με κοριτσίστικη αφέλεια σαν να ήθελε να κοροϊδέψει τον εαυτό της.
  Ήταν η απρόσμενη ευκαιρία για τη Λου να αρχίσει το παιχνίδι. Της την είχε προσφέρει άθελά της η Χέλγκα.
  «Χέλγκα!..» της φώναξε «…Μείνε, όπως είσαι!»
  Την πλησίασε, της έπιασε το πρόσωπο με τα δυο της χέρια. Έκανε πως διορθώνει λίγο τις πλεξούδες της κοπέλας. Της έφερε μπροστά πάνω στο πλούσιο στήθος της. Η ξανθή πανύψηλη Νορβηγίδα, που μπροστά της η Λου έδειχνε μικροκαμωμένη και εύθραυστη, αφέθηκε αιφνιδιασμένη στα χέρια της.
  «Χαμογέλασε με μισάνοιχτο στόμα!» της έκανε σαν να την προστάζει. «Κοιτάξου στον καθρέφτη και γείρε λίγο το κεφάλι σου με λίγο νάζι!»
  Η Χέλγκα υπάκουε σαν υπνωτισμένη.
  «Πώς σου φαίνεται η πόζα σου;»
  Η Χέλγκα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
  «Αστεία, μοιάζω, κυρία!»
  «Πανέμορφη μοιάζεις, γλυκιά μου!… Μη κουνηθείς!»
  Η Λου άρπαξε ένα μολύβι κάρβουνου και ένα χαρτί κανσόν σχεδίου και με γοργές κινήσεις κοιτάζοντας μια την έκφραση της Χέλγκα και μια το χαρτί με πυρετικές κινήσεις τραβούσε κοφτές μολυβιές. Σε λίγα δευτερόλεπτα είχε τελειώσει.
  «Έτοιμο!.. Πώς σου φαίνεται;»
  Η Χέλγκα πήρε το χαρτί κι έβαλε τα γέλια. Ένα κρυστάλλινο εύθυμο γέλιο τράνταξε το στήθος της.
  «Μου μοιάζει!..» έκανε αυθόρμητα σαν παιδί.
  Η Λου έβαλε το χαρτί πλάι στο πρόσωπο της κοπέλας και την υποχρέωσε να το δει ταυτόχρονα με το πρόσωπό της στον καθρέφτη. Η κίνησή της απόβλεπε περισσότερο να δει το σχέδιο ο Ρόυ πίσω από τον καθρέφτη που παρακολουθούσε αθέατος.
  Αυτός, μετά βίας συγκράτησε μια κραυγή έκπληξης που πήγε να βγει από το λαρύγγι του. Η Λου είχε ένα ταλέντο, για το οποίο δεν ήξερε τίποτα, μ’ όλο που ήταν δυο χρόνια παντρεμένοι.
  «Λοιπόν;» τη ρώτησε, αλλά περισσότερο απευθυνόταν στον Ρόυ… Αν μου δώσεις περισσότερο χρόνο, Χέλγκα, θα το κάνω πολύ καλύτερο!.. Θα μου δώσεις;»
  Ο Ρόυ κράτησε την ανάσα του περιμένοντας την απάντηση της Χέλγκας, γιατί καταλάβαινε που οδηγούσε το παιχνίδι η Λου.
  «Αν είναι για ένα πορτρέτο, εντάξει κυρία..»
  Η Λου βούτηξε κατευθείαν στα βαθιά.
  «Ξέρεις, δεν είμαι καλή στα πορτρέτα.. Έχω ειδικευτεί στον μπούστο… Στα μαθήματα αυτού του τμήματος γνωρίστηκα με τον Ρόυ, ο οποίος μας δίδασκε γυμνό…» είπε ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στον καθρέφτη, εκεί που υπέθετε ότι θα βρισκόταν ο Ρόυ.
  Αυτός χαμογέλασε με το μικρό ψεματάκι που ξεφούρνισε, καθώς τέτοιο τμήμα δεν υπήρχε, ενώ ούτε ο ίδιος είχε διδάξει ποτέ στη Σχολή Καλών Τεχνών!
  «Τι ακριβώς εννοείτε, κυρία Λου;» ρώτησε καχύποπτα η Χέλγκα και το βλέμμα της σκοτείνιασε με μιας.
  «Εννοώ, ότι θα πετύχαινα καλύτερα, αν σε ζωγράφιζα ολόκληρη… Θέλω να πω, γυμνό!» απάντησε με μια ανάσα η Λου.
  «Δεν μπορώ να το κάνω, κυρία!»
  «Γιατί, Χέλγκα!»
  «Απλώς δεν μπορώ να το κάνω!»
  «Μα Χίλντα, είμαστε μόνοι μας εδώ πάνω.»
  «Ναι αλλά είναι χυδαίο, όπως και να το δεις!» της είπε,
  «Χυδαίο;» απόρησε η Λου. «Τόσα αθάνατα αρχαία αγάλματα… Τόσοι διάσημοι πίνακες ζωγραφικής.. Είναι χυδαίοι;»
  «Δεν ξέρω… Μπορεί, όταν έγιναν να μην ήταν, αλλά και μπορεί να ήταν… Πάντως, τώρα είναι χυδαίο να ποζάρει μια γυναίκα γυμνή, έστω κι αν ποζάρει σε άλλη γυναίκα!»
  «Εγώ, δεν το βλέπω, έτσι!..» απάντησε η Λου, μην έχοντας κάτι καλύτερο να αντιτάξει στο πείσμα της Χέλγκας. Είχε αρχίσει να απογοητεύεται. Η Νορβηγίδα βίκινγκ ήταν αμετάπειστη.
  «Είναι χυδαίο!..» επέμεινε η Χέλγκα, λες και αποζητούσε μιαν απάντηση. Μιαν απάντηση, που θα πήγαινε τη κουβέντα παραπέρα, αφού η Λου έδειχνε να τα παρατάει. «…Εσείς θα το κάνατε; Δεν θα το κάνατε!»
  «Ποιο πράγμα;»
  «Να στέκεστε γυμνή απέναντι σε έναν άλλο… Ας είναι και γυναίκα!» την προκάλεσε.
  Η Λου παρατήρησε το κορίτσι για μια στιγμή. Μουρμούρισε χαμογελώντας:
  «Αν αυτό είναι το πρόβλημα…»
  Χωρίς άλλο σχόλιο σιωπηλά αφαίρεσε αυτά που φορούσε. Ρούχο, ρούχο τα έβγαλε όλα. Η «Βασίλισσα του Μπουρλέσκ» είχε ξυπνήσει μέσα της.
  Απόμεινε τελείως γυμνή απέναντι στα έκπληκτα μάτια της Χέλγκας. Οι ακτίνες του ήλιου, που έμπαιναν από τη τζαμένια οροφή του ατελιέ, έλουζαν το κορμί της από παντού στο δυνατό φως του καταμεσήμερου. Όλα της γυάλιζαν και φαίνονταν απαλά, ροδαλά, αξιολάτρευτα. Ήταν μια λεπτή φιγούρα χωρίς τίποτα το περιττό σε κιλά πάνω της. Η ελαφρά μαυρισμένη επιδερμίδα της ταίριαζε απόλυτα με τα καστανόξανθα λυτά μαλλιά της που σκέπαζαν με χάρη τους στρογγυλούς ώμους της. Οι ρόγες στο στητό στήθος της είχαν σκουρύνει και είχαν σκληρύνει δείχνοντας φανερά την υπερδιέγερσή της.
  Ο Ρόυ Πάρκερ, πίσω από τον καθρέφτη με δυσκολία συγκράτησε μια πνιχτή κραυγή. Θα την άφηνε να βγει και να τα χαλούσε όλα εκείνη τη στιγμή, αν η Χέλγκα βλέποντας τη Λου με πόση άνεση γυμνώθηκε μπροστά της δεν έπαιρνε την απόφαση, χωρίς άλλη σκέψη, να κάνει το ίδιο.

  Τα επόμενα λεπτά ήταν τα πιο βασανιστικά για τον Ρόυ από όσο μπορούσε να θυμηθεί σε ολόκληρη τη ζωή του. Ήθελε πολύ να ανάψει τσιγάρο για να καλμάρει. Θα προδιδόταν από την καύτρα του και θα τα χάλαγε όλα, τώρα που έφτανε στο να καταφέρει αυτό που τόσο ήθελε. Αλλά, ωστόσο κάπου έπρεπε να δώσει διέξοδο στον εκνευρισμό του. Και το ότι είχε σπάσει δυο μολύβια μέσα στα δάχτυλά του, δεν ήταν η διέξοδος που αναζητούσε.
  Μπροστά από τον καθρέφτη, η Λου καθοδηγούσε υπομονετικά τη Χέλγκα να καταλάβει τι ακριβώς έπρεπε να κάνει. Πώς να σταθεί στο βάθρο. Κάθε τόσο σταματούσε το βασικό σχεδίασμα και πλησίαζε στην κοπέλα διορθώνοντας η ίδια την πόζα που είχε πάρει. Δούλευε σαν έμπειρος ζωγράφος που σκηνοθετεί το μοντέλο του και δεν άφηνε στη Χέλγκα καμιά αμφιβολία για τον ‘επαγγελματισμό’ της.
  Πίσω από  τον καθρέφτη ο Ρόυ σκιτσάριζε πυρετωδώς. Αποτύπωνε κάθε πόζα που η Λου έβαζε τη Χέλγκα να κάνει, όταν, τάχατες, έχανε τη σωστή στάση της.
  Την διόρθωνε με πολύ προσεκτικά αγγίγματα πάνω στο κορμί της, φοβούμενη μήπως και παρεξηγούσε κάποιο άγγιγμά της και παρατούσε τη δουλειά στη μέση. Τον φόβο της για κάτι τέτοιο τον αντλούσε από τα δικά της πρωτοφανέρωτα συναισθήματα, καθώς την άγγιζε. Ένιωθε μια αλλόκοτη έλξη για το κορμί της ξανθιάς κοπέλας. Σαν να ήθελε να τη χαϊδέψει παντού. Να την κάνει να ανατριχιάσει, από το ίδιο συναίσθημα που έκανε κι αυτή να ανατριχιάζει ευχάριστα μόλις την άγγιζε.
  Το θέαμα ήταν παράξενο και ερεθιστικό για κάποιον έξω από το σκηνικό. Ένα γυμνό μοντέλο στο βάθρο προσπαθούσε να μείνει ακίνητο σε μια αγκυλωτική για τα μέλη του στάση και μια γυμνή ζωγράφος μπροστά από ένα καβαλέτο προσπαθούσε να αποτυπώσει στον καμβά με κραγιόνια τις αισθησιακές πόζες του μοντέλου. Ο ήλιος είχε αρχίσει να φεύγει από την κάθετη θέση του και οι ακτίνες του, καθώς πλάγιαζαν, μάκραιναν τις σκιές στο ατελιέ.
  Η Λου υπολόγισε, ότι ο Ρόυ θα είχε τελειώσει με τα σχέδιά του, αφού αυτή, η καθόλου έμπειρη είχε ήδη ολοκληρώσει ένα μπούστο σχεδόν έτοιμο για να αρχίσει να δέχεται τις πινελιές του χρωστήρα.
  Ζήτησε από τη Χέλγκα να έρθει κοντά να δει το πρώτο αποτέλεσμα της συνεργασίας τους και όσο η κοπέλα παρατηρούσε το ολοκληρωμένο σκαρίφημα, η Λου άρχισε να ντύνεται.
  «Πώς  σου φάνηκε;» τη ρώτησε, όσο η κοπέλα κούμπωνε στις ζαρτιέρες της τις ψηλές διάφανες κάλτσες της στολής της.
  «Δεν ήταν και τόσο φοβερό, όσο το φοβόμουν!» απάντησε με ειλικρίνεια η Χέλγκα.
  «Νομίζω, τότε ότι θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε και αύριο..» για να συμπληρώσει αμέσως με νόημα: «Αν χρειαστεί, κάτι τέτοιο!»
  «Δεν θέλω να δει τον πίνακα ο κύριος Πάρκερ!» είπε σοβαρά η Χέλγκα.
  «Εντάξει, γλυκιά μου… Θα είναι το μικρό μας μυστικό!..» απάντησε χαμογελώντας η Λου και τη φίλησε τρυφερά στο μάγουλο. Η Χέλγκα της ανταπόδωσε αυθόρμητα και με θέρμη. Η Λου ένιωσε πάλι εκείνο το παράξενο ανατρίχιασμα. Προσπάθησε να διώξει από το μυαλό της κάθε σκέψη σχετικά με το συναίσθημα που της  είχε προκαλέσει.

  Ο Ρόυ Πάρκερ μισή ώρα αργότερα, προσποιήθηκε ότι μόλις εκείνη τη στιγμή γύριζε σπίτι του. Έδειχνε να είναι σωστό ράκος από την κούραση.
   Πήγε κατευθείαν στο υπνοδωμάτιό του. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα μπήκε και η Λου με μια έκφραση ικανοποίησης να φωτίζει το πρόσωπό της.
  «Νομίζω, ότι τα καταφέραμε!.. Έτσι δεν είναι, Ρόυ;»
  Ο Ρόυ συνέχιζε να δείχνει ράκος. Στο βλέμμα του είχε σχηματιστεί και μια μάσκα οργής.
  «Ξέρεις, Λου, γιατί δεν ήθελα να είχα εσένα για μοντέλο μου στην έκθεση που ετοιμάζω;»
  «Γιατί εγώ δεν μπορώ να διεγείρω τη γαμημένη την έμπνευσή σου για το θέμα που θέλεις!»
  «Λάθος!»  της απάντησε απότομα και με ένταση.
  «Τότε, γιατί;»
  «Γιατί ήθελα η γυναίκα μου να είναι μόνο για μένα!.. Την ομορφιά της δεν ήθελα να τη μοιράζομαι με άλλους!… Στο έχω πει πολλές φορές και φαντάζομαι ότι το έχεις εμπεδώσει!»
  «Με κολακεύει αυτό, Ρόυ… Αλλά τι έχει να κάνει; Θέλεις να πεις, ότι ενοχλήθηκες που με είδε γυμνή η Χέλγκα; Ήταν ο μοναδικός τρόπος για να την πείσω!»
  «Λίγο θα με ενδιέφερε, που σε είδε γυμνή, αυτό το σκανδιναβέζικο ξόανο!.. Άντρας δεν ήθελα να σε δει να κυκλοφορείς γυμνή και να ποζάρεις μπροστά του!»
  «Ε, δεν με είδε κανένας άλλος εκτός από σένα!.. Ποιος με είδε;»
  « Ο Μπένσον, ο Μάραιη, ο Γουντ και ο Έλμερ Τζάκσον που δεν τον ξέρεις!»
  «Δεν καταλαβαίνω, Ρόυ, τι θέλεις να πεις!»
  Ενδόμυχα φοβόταν, ότι είχε καταλάβει. Το τσίμπημα στην καρδιά της την προειδοποιούσε πως κάτι είχε συμβεί.
  «Φταίω κι εγώ ο ηλίθιος, που μέσα στον ενθουσιασμό που επιτέλους θα κατόρθωνα να ζωγραφίσω τη Χέλγκα..»
  «Αυτό το σκανδιναβέζικο ξόανο, θέλεις να πεις…» τον διόρθωσε η Λου.
  « … δέχτηκα την πρότασή τους.. Να έρθουν μαζί μου κρυφά να με δουν να τη ζωγραφίζω, γιατί ποτέ, λέει, δεν με είχαν δει σε ώρα δημιουργίας!»
   Η Λου ξέσπασε σε ένα δυνατό γέλιο. Τον πλησίασε και κρεμάστηκε από τους ώμους του.
  «Δεν πειράζει, καλέ μου… Δεν πειράζει! Η Λου είναι μόνο δική σου!.. Άστους να θυμούνται, πως η κάποτε βασίλισσα του μπουρλέσκ έδωσε μια πριβέ παράσταση αποκλειστικά για αυτούς!.. Τίποτα περισσότερο!»


                                                ΤΕΛΟΣ

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΓΑΤΟΣ

Ο “Μαύρος Γάτος”  (The Black Cat) είναι ένα από τα πιο γνωστά διηγήματα τρόμου και φρίκης που έγραψε ο Edgar Allan Poe (1809-1849). Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στις 19 Αυγούστου 1843 στην ιστορική εβδομαδιαία εφημερίδα Saturday Evening Post της Πενσυλβάνια. Από τους μελετητές του Πόε (Πόου, σωστότερα) θεωρείται σπουδή στην ψυχολογία της ενοχής. Το διήγημα έτυχε θερμής υποδοχής από το αναγνωστικό κοινό και αποτέλεσε τον πυρήνα παρωδιών πάνω στο ίδιο θέμα, ενώ το ίδιο είναι πλέον κλασικό στην ανθολογία των διηγημάτων τρόμου και φρίκης. Συμπεριλαμβάνεται δε σχεδόν σε όλες τις ανθολογίες με έργα του ιδιοφυούς, πλην όμως αλκοολικού, Αμερικανού συγγραφέα και ποιητή, που βρέθηκε νεκρός σε ένα χαντάκι σε ηλικία μόλις 40 χρονών με τις συνθήκες του θανάτου του ουδέποτε να έχουν διευκρινιστεί.
Το μικρό αυτό αριστούργημα υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλές στις προτιμήσεις και των σκηνοθετών κινηματογράφου. Εκείνο, όμως, που προκαλεί εντύπωση είναι ότι αυτό που εξιτάρει τους παραγωγούς και τους σκηνοθέτες είναι περισσότερο ο τίτλος και ο συγγραφέας, παρά η ίδια η ιστορία. Ο πρώτος κινηματογραφικός "Μαύρος Γάτος" του 1934 με τον Μπόρις Καρλόφ και το Μπέλα Λουγκόσι τη μόνη σχέση με το δίηγημα είναι ο τίτλος και η αναφορά του Πόε στους τίτλους, καθώς εμπλέκεται μαύρη μαγεία και άλλα συναφή της μόδας εκείνη την εποχή. Στον δεύτερο, του 1941, μια παρωδία ταινίας τρόμου, ο Μπέλα Λουγκόσι, πάλι, και ο Μπέιζιλ Ράτμποουν μάλλον δευτερεύοντες ρόλους έχουν, καθώς η υπόθεση εκτυλίσσεται ανάμεσα σε μια γηραιά κυρία και την άπληστη καμαριέρα της.
Περισσότερο κοντά στο στόρυ είναι η σπονδυλωτή ταινία του Κόρμαν "Ιστορίες Τρόμου" το 1962, με τον Βίτσεντ Πράις και τον Πήτερ Λόρε, αφού σύμφωνα με το σενάριο ο μέθυσος δολοφόνος συμπεριλαμβάνει στα θύματά του και τον εραστή της γυναίκας του. Πάνω στην ίδια ιστορία σκηνοθέτησε το 1981 και ο Ιταλός σκηνοθέτης ειδικευμένος σε ταινίες τρόμου Λούτσο Φούλτσι, ενώ στα “Δυο Μάτια του Κακού” (1990) ο επίσης Ιταλός σκηνοθέτης ταινιών υπερφυσικού τρόμου Ντάριο Αρτζέντο δίνει τη δική του χαλαρή εκδοχή της ιστορίας.
Με απόλυτα φιλολογικούς όρους ο “Μαύρος Γάτος” δεν θεωρείται σε καμιά περίπτωση κείμενο παραλογοτεχνίας, ώστε να έχει μια θέση στα ράφια της βιβλιοθήκης με αναγνώσματα της παραλογοτεχνίας. Είναι έργο καθαρά κλασικής λογοτεχνίας. Ο λόγος που εντάσσεται, έχει να κάνει με το ότι ο συγγραφέας του εκπροσωπεί ως ιδρυτικό μέλος μια σημαντική σχολή. Τη σχολή της λογοτεχνίας τρόμου και φρίκης, που περισσότερο αναπτύχθηκε από τους συγγραφείς της παραλογοτεχνίας, παρά της λογοτεχνίας, όσο και αν αυτός ο διαχωρισμός είναι σχετικός και υπόπτων προθέσεων επισκιάζοντας τεχνηέντως την πραγματική διάκριση σε καλά και σε κακά έργα.
Η ιστορία είναι αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο ενός ανθρώπου που πρόκειται την επόμενη μέρα να απαγχονιστεί επειδή, αν και νόμιζε ότι είχε διαπράξει τον τέλειο φόνο, το έγκλημά του αποκαλύφτηκε εξαιτίας του μαύρου γάτου του.
Το σκανάρισμα έγινε από το βιβλίο “Έντγκαρ Άλλαν Πόε ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ” από τη σειρά “Εκλεκτά βιβλία τσέπης” αριθ. τεύχους 8. Έκδοση: “Μ. Πεχλιβανίδης και Σία” σε μετάφραση Ν. Σκουλά.
Η εικονογράφηση του "εξωφύλλου" είναι του Aubrey Beardsley από έκδοση ανθολογίας έργων του Πόε το 1895, ενώ η βινιέτα στο κείμενο είναι από το GRAPHIC CLASSICS έκδοση Rosebud, 2001 (εικονογράφος: Richard Sala)